Περαιτέρω αύξηση των «κόκκινων δανείων» το 2016 προβλέπει η Τράπεζα της Ελλάδος

Περαιτέρω αύξηση των κόκκινων δανείων (μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων) για εφέτος προβλέπει η «Επισκόπηση του Ελληνικού Χρηματοπιστωτικού Συστήματος» της Τραπέζης της Ελλάδος που δόθηκε σήμερα για πρώτη φορά στη δημοσιότητα.

Όπως επισημαίνει η ΤτΕ στο βαθμό που οι τράπεζες δεν προβούν σε αναδιαρθρώσεις των χαρτοφυλακίων τους, (π.χ. περιορισμός του κόστους εξυπηρέτησης των δανείων μέσω της αναχρηματοδότησης υφιστάμενων δανείων με ευνοϊκότερο για τις εταιρίες επιτόκιο, ανταλλαγή εταιρικού χρέους με μετοχικό κεφάλαιο), τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα αναμένεται να αυξηθούν και κατά τη διάρκεια του 2016, ακόμη στην περίπτωση ομαλοποίησης των μακροοικονομικών συνθηκών, δεδομένου ότι έχει παρατηρηθεί ιστορικά χρονική υστέρηση μεταξύ της θετικής αναστροφής του μακροοικονομικού περιβάλλοντος, και της μείωσης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.

Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι ο πιστωτικός κίνδυνος και η περαιτέρω επιδείνωση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου αποτελεί τη σημαντικότερη πηγή αστάθειας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Τις προκλήσεις, τους κινδύνους και τις ευκαιρίες του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, με κυριότερο θέμα προς άμεση επίλυση τα «κόκκινα» δάνεια, αναλύει η έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος.

Ο διοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας εκπέμπει σήμα κινδύνου για τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα και ζητά να υπάρξει εκκαθάριση των χαρτοφυλακίων των πιστωτικών ιδρυμάτων. Επισημαίνει μια σειρά από λόγους που ο πιστωτικός κίνδυνος δεν έχει περάσει και αναλύει τις προοπτικές που υπάρχουν για τις τράπεζες.

Η Τράπεζα της Ελλάδος τονίζει ότι στο βαθμό που το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων δεν αντιμετωπιστεί με αποφασιστικό τρόπο, μέσω του θεσμικού πλαισίου της αφερεγγυότητας καθώς και περαιτέρω μέτρων εξυγίανσης, η δυνατότητα των τραπεζών να συντηρούν ή και να επεκτείνουν μελλοντικά τις πιστώσεις προς την πραγματική οικονομία «θα επηρεαστεί σοβαρά, επιδεινώνοντας τις προϋποθέσεις για βιώσιμη ανάπτυξη σε μακροπρόθεσμη βάση».

Διατυπώνει μάλιστα την εκτίμηση ότι το πιστοδοτικό κενό (credit gap) για την ελληνική οικονομία ξεπερνά τα 34,5 δισεκ. ευρώ.

Η Επισκόπηση του Ελληνικού Χρηματοπιστωτικού Συστήματος θα δημοσιεύεται δύο φορές το χρόνο από τη Διεύθυνση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Η συγκεκριμένη Επισκόπηση έχει περίοδο αναφοράς την πενταετία 2010-2015 σε ό,τι αφορά τη διαρθρωτική ανάλυση, ενώ εστιάζεται στην περίοδο 2014-2015, με αναφορά και στο 2016, σε ό,τι αφορά την ανάλυση του πιστωτικού κινδύνου και των κινδύνων ρευστότητας και αγοράς.

Η Επισκόπηση του Ελληνικού Χρηματοπιστωτικού Συστήματος αξιολογεί τις εξελίξεις και εντοπίζει τους κύριους παράγοντες των συστημικών κινδύνων του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, το οποίο περιλαμβάνει – εκτός από τις τράπεζες και τις ασφαλιστικές εταιρείες – τις μη τραπεζικές χρηματοδοτικές εταιρείες, αλλά και τις υποδομές των χρηματοπιστωτικών αγορών. Ακόμη, στην Επισκόπηση συμπεριλαμβάνονται και δύο Ειδικά Θέματα. Το πρώτο Ειδικό Θέμα περιγράφει τις δράσεις για την αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ενώ το δεύτερο αναλύει τις επιπτώσεις στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος και στην οικονομία από τους περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων.

Με την αξιολόγηση των συστημικών κινδύνων παρέχεται ένα βασικό εργαλείο για την άσκηση της μακροπροληπτικής πολιτικής, η οποία έχει ως στόχο τη μείωση των συστημικών κινδύνων του χρηματοπιστωτικού συστήματος και θα πρέπει να συμπληρώνει την μικροπροληπτική εποπτεία των τραπεζών, που επικεντρώνεται περισσότερο στην ευρωστία των μεμονωμένων ιδρυμάτων.

Αναφερόμενη στα «κόκκινα» δάνεια η ΤτΕ τονίζει:

Από την ανάλυση των κατανομών των υπολοίπων των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων αποτελεί ανησυχητική ένδειξη το γεγονός ότι τα 2/3 του συνόλου των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων που εμπίπτουν στην κατηγορία καθυστέρησης μεγαλύτερης των 90 ημερών (χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι καταγγελμένες απαιτήσεις) έχουν καθυστέρηση μεγλύτερη του ενός έτους. Το αντίστοιχο ποσοστό για τα στεγαστικά διαμορφώνεται στο 70%, ενώ για τα καταναλωτικά στο 76% τα οποία έχουν καθυστέρηση μεγαλύτερη του εξαμήνου.

Στο ίδιο πλαίσιο, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η διαπίστωση ότι περισσότερα από 40% των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων που εμπίπτουν στην κατηγορία καθυστέρησης μεγαλύτερης του έτους (χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι καταγγελμένες απαιτήσεις) έχουν καθυστέρηση μεγαλύτερη των 720 ημερών με αυξητικές τάσεις, καθώς το εν λόγω εύρημα υποδηλώνει υψηλό βαθμό παγίωσης της κατάστασης και αναδεικνύει τις δυσκολίες αποτελεσματικής διαχείρισης.

Επιπλέον, δεδομένου ότι τα δάνεια που εντάσσονται στην κατηγορία καθυστέρησης μεγαλύτερης των 90 ημερών (χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι καταγγελμένες απαιτήσεις) αποτελούν το 30% των συνολικών μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, ανησυχία προκαλεί η αύξηση της εν λόγω κατηγορίας κατά 15,9%.

Ιδιαίτερα υψηλά (μεγαλύτερα του 90%) είναι τα ποσοστά των καταγγελμένων απαιτήσεων για τις οποίες δεν έχει γίνει κάποια μορφή οριστικής διευθέτησης.

Όσον αφορά τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου, αξίζει να σημειωθεί ότι κάτι περισσότερο από 3 εκατομμύρια φάκελοι δανείων είναι μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα, από ένα συνολικό αριθμό άνω των 9,4 εκατομμυρίων. Ο αριθμός αυτός είναι πολύ μεγάλος αν αναλογιστεί κανείς ότι ο αριθμός των ενεργά απασχολούμενων στην Ελλάδα είναι 3,6 εκατομμύρια το δ’ τρίμηνο του 2015.

 
Προκλήσεις, κίνδυνοι και αβεβαιότητες

Στο βαθμό που οι τράπεζες δεν προβούν σε αναδιαρθρώσεις των χαρτοφυλακίων τους, (π.χ. περιορισμός του κόστους εξυπηρέτησης των δανείων μέσω της αναχρηματοδότησης υφιστάμενων δανείων με ευνοϊκότερο για τις εταιρίες επιτόκιο, ανταλλαγή εταιρικού χρέους με μετοχικό κεφάλαιο), τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα αναμένεται να αυξηθούν και κατά τη διάρκεια του 2016, ακόμη και στην περίπτωση ομαλοποίησης των μακροοικονομικών συνθηκών, δεδομένου ότι έχει παρατηρηθεί ιστορικά χρονική υστέρηση μεταξύ της θετικής αναστροφής του μακροοικο- νομικού περιβάλλοντος, και της μείωσης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.

Πάντως οι προκλήσεις παραμένουν, ως κληροδότημα της κρίσης του δημόσιου χρέους. Ασφαλώς η διαμόρφωση ενός αυστηρότερου πλαισίου πιστοδοτικών κριτηρίων συντελεί στη συνετότερη χορήγηση δανείων σε βιώσιμες επιχειρήσεις. Ωστόσο, το τραπεζικό σύστημα εξακολουθεί να είναι ζημιογόνο λόγω του σημαντικού αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, της έλλειψης ζήτησης από τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, αλλά και της απομόχλευσης με αποτέλεσμα να παρεμποδίζονται οι προοπτικές πιστωτικής επέκτασης και διατηρήσιμης κερδοφορίας των τραπεζών στο μέλλον. Επιπροσθέτως λόγω των περιοριστικών συνθηκών ρευστότητας, η ευχέρεια προσφοράς νέων πιστώσεων από τις τράπεζες είναι πολύ μικρή. Ως αποτέλεσμα, επιδεινώνεται η δυνατότητα παραγωγής νέου κεφαλαίου μέσω των αδιανέμητων κερδών και κατά συνέπεια η ικανότητα των τραπεζών να αυξήσουν περαιτέρω τα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας. Στο βαθμό που το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων δεν αντιμετωπιστεί με αποφασιστικό τρόπο, μέσω του θεσμικού πλαισίου της αφερεγγυότητας καθώς και περαιτέρω μέτρων εξυγίανσης, η δυνατότητα των τραπεζών να συντηρούν ή και να επεκτείνουν μελλοντικά τις πιστώσεις προς την πραγματική οικονομία θα επηρεαστεί σοβαρά, επιδεινώνοντας τις προϋποθέσεις για βιώσιμη ανάπτυξη σε μακροπρόθεσμη βάση. Στο σημείο αυτό, αξίζει να υπογραμμιστεί ότι μια εκτίμηση του πιστοδοτικού κενού (credit gap) για την ελληνική οικονομία ξεπερνά τα 34,5 δισεκ. ευρώ.

Παρά τη βελτίωση της κεφαλαιακής επάρκειας από τις τελευταίες αυξήσεις κεφαλαίου που ολοκληρώθηκαν το Δεκέμβριο του 2015, ο πιστωτικός κίνδυνος δεν αναμένεται να υποχωρήσει σύντομα υπό τις εξής προϋποθέσεις:

(α) οι μακροοικονομικές συνθήκες είναι λιγότερο ευνοϊκές από τις αναμενόμενες, οπότε στην περίπτωση αυτή οι τράπεζες θα χρειαστεί να προσαρμόσουν περαιτέρω τα επιχειρηματικά τους μοντέλα για να αντιμετωπίσουν τις συνεχιζόμενες υποτονικές οικονομικές συνθήκες καθώς και το περιβάλλον των ιστορικά χαμηλών επιτοκίων.

(β) η μεταρρύθμιση του θεσμικού πλαισίου της αφερεγγυότητας δεν αποφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα σε ό,τι αφορά την αποτελεσματικότερη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, οπότε θα επηρεαστεί η ικανότητα των τραπεζών να επεκτείνουν τις πιστώσεις τους προς την πραγματική οικονομία.

(γ) η πιστοληπτική ικανότητα των δανειοληπτών επιδεινώνεται ακόμη περισσότερο από το αναμενόμενο, οπότε τα μέτρα εξυγίανσης δεν θα μπορέσουν να αντισταθμίσουν την περαιτέρω αύξηση του αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Ως αποτέλεσμα, το χαρτοφυλάκιο χορηγήσεων των τραπεζών θα επηρεαστεί δυσμενώς, ενώ θα περιοριστεί και η ικανότητα των τραπεζών να καλύπτουν επαρκώς τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα από τις προβλέψεις.

(δ) μια ενδεχόμενη παράταση της ύφεσης στην ελληνική οικονομία επηρεάζει πτωτικά και τις αγορές ακινήτων, όπου σε περίπτωση απώλειας του σταθερού εισοδήματος των νοικοκυριών, δεν θα είναι πλέον σε θέση να εξυπηρετήσουν το χρέος τους στα ενυπόθηκα δάνεια που έχουν λάβει ακόμη με την πώληση του ακινήτου τους, ενώ από την άλλη πλευρά, θα επηρεαστεί σημαντικά και η δυνατότητα των τραπεζών να ανακτήσουν τα οφειλόμενα ποσά μέσω ρευστοποίησης των ενυπόθηκων εξασφαλίσεών τους.

 
Πιστωτικός κίνδυνος από ανοίγματα σε νοικοκυριά

Τα δάνεια προς τα νοικοκυριά αποτελούσαν στο τέλος του 2015 το 46,3% της συνολικής χρηματοδότησης των τραπεζών προς τον εγχώριο ιδιωτικό τομέα και τα 2/3 αυτού αφορούσαν στεγαστικά δάνεια. Όπως προκύπτει από την Έρευνα Τραπεζικών Χορηγήσεων που διενεργεί η Τράπεζα της Ελλάδος σε τριμηνιαία βάση, οι τράπεζες υιοθέτησαν αυστηρότερα κριτήρια για τη χορήγηση δανείων το 2015 – συγκεκριμένα το β΄ και γ΄ τρίμηνο του 2015 – ενώ τα κριτήρια παρέμειναν αμετάβλητα το α΄ τρίμηνο του 2016.

Η δυσχέρεια των νοικοκυριών να ανταποκριθούν στις δανειακές τους υποχρεώσεις αυξήθηκε περαιτέρω λόγω της σημαντικής μείωσης της αγοραστικής τους δύναμης καθώς το εργατικό δυναμικό κατευθύνθηκε περισσότερο σε δραστηριότητες μερικής απασχόλησης και ορισμένου χρόνου, σε σύγκριση με τις δραστηριότητες ολικής απασχόλησης και αορίστου χρόνου που υπήρχαν σε μεγάλο βαθμό πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση. Ως εκ τούτου, το σταθερό τμήμα της εισοδηματικής τους βάσης μειώθηκε, με παράλληλη αύξηση της μεταβλητού τμήματος. Ακόμη, η διατήρηση της ανεργίας σε υψηλά επίπεδα – παρά τη σχετική μείωση του ποσοστού ανεργίας – και η αύξηση των φορολογικών υποχρεώσεων και των ασφαλιστικών εισφορών των φυσικών προσώπων αναμένεται να συντελέσουν σε περαιτέρω μείωση του διαθέσιμου εισοδήματός τους, ενώ η αβεβαιότητα για τη διατήρησή του στο μέλλον έχει ήδη οδηγήσει στην καθυστέρηση αποπληρωμών δανειακών υποχρεώσεων, ιδίως σε σχέση με προσωπικά δάνεια, αλλά ακόμη και με στεγαστικά δάνεια.

 
Πιστωτικός κίνδυνος από ανοίγματα σε επιχειρήσεις

Τα δάνεια προς τις επιχειρήσεις αποτελούσαν το 53,7% της συνολικής χρηματοδότησης των τραπεζών προς τον εγχώριο ιδιωτικό τομέα στην Ελλάδα στο τέλος του 2015. Ο λόγος των μη εξυπηρετούμενων επιχειρηματικών ανοιγμάτων ως προς τα συνολικά ανοίγματα παρουσίασε αύξηση το 2015, ενώ το ύψος του παραμένει χαμηλότερο από τον αντίστοιχο λόγο για το καταναλωτικό χαρτοφυλάκιο, αλλά υψηλότερος από ότι για το στεγαστικό χαρτοφυλάκιο. Πρέπει να επισημανθεί ότι ο σχετικά υψηλότερος από τον αναμενόμενο λόγο των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο, επηρεάζεται κυρίως από το υψηλό ποσοστό στην κατηγορία των μικρομεσαίων και των πολύ μικρών επιχειρήσεων, ενώ σε ό,τι αφορά την κατηγοριοποίηση ανά κλάδο, πολύ υψηλά ποσοστά σε σχέση με το μέσο όρο παρατηρούνται κυρίως σε κλάδους με μικρότερη συνεισφορά στην πραγματική οικονομία.

Συγκεκριμένα, η αγορά εμπορικών ακινήτων, ο κλάδος της δημόσιας διοίκησης και το εμπόριο συμβάλλουν στο 39% της συνολικής οικονομικής δραστηριότητας, ενώ οι τομείς του τουρισμού, της γεωργίας και των κατασκευών συμβάλλουν μόνο στο 7%, 4% και 3% της οικονομικής δραστηριότητας, αντίστοιχα. Παρόλα αυτά, προκειμένου για τους δείκτες μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων ανά κλάδο, φαίνεται ότι οι υψηλότεροι δείκτες σχετίζονται με τους τομείς που έχουν μικρότερη συμβολή στην οικονομική δραστηριότητα, όπως της γεωργίας και του τουρισμού (58,8% και 53,8% αντίστοιχα). Σε ό,τι αφορά τους κύριους κλάδους, αυτοί επίσης εμφανίζουν υψηλούς δείκτες μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (εμπόριο 48,5%, κατασκευές 52,5%, εμπορικά ακίνητα 54,6% και μεταποίηση 51,7%). Επομένως, στο βαθμό που παρατηρείται υψηλή συγκέντρωση μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων σε συγκεκριμένους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας, το πρόβλημα καθίσταται περισσότερο διαχειρίσιμο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι άλλοι τομείς που συμβάλλουν στο 40% της συνολικής οικονομικής δραστηριότητας, έχουν συνολικό δείκτη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων μικρότερο από το μέσο όρο (43,8% το 2015) για το επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο.

Πάντως η δυνατότητα των τραπεζών να παρέχουν πιστοδοτήσεις μπορεί να αναλυθεί και στο γενικότερο πλαίσιο της προσφοράς και της ζήτησης τραπεζικών πιστώσεων. Σε ότι αφορά την προσφορά πιστώσεων προς τις επιχειρήσεις και κατ’ επέκταση στην πραγματική οικονομία, απαραίτητη προϋπόθεση παραμένει η αποκατάσταση των συνθηκών ρευστότητας. Η παρούσα συγκυρία όμως χαρακτηρίζεται από σημαντική μείωση της καταθετικής βάσης των τραπεζών καθώς και σημαντική εξάρτηση από το μηχανισμό έκτακτης ρευστότητας του Ευρωσυστήματος. Σε ότι αφορά τη ζήτηση τραπεζικών πιστώσεων από τις επιχειρήσεις, αυτή επηρεάζεται από τη συνεχιζόμενη ύφεση της οικονομίας, την αβεβαιότητα για τις προοπτικές της οικονομικής δραστηριότητας καθώς και από την υψηλή μόχλευση των εταιρειών.

Βεβαίως η ολοκλήρωση της αξιολόγησης του προγράμματος της ελληνικής οικονομίας αναμένεται να επιδράσει θετικά στη σταδιακή ανάκαμψη της οικονομίας από το β΄ εξάμηνο του 2016. Ενδείξεις για την εξέλιξη της συναλλακτικής συμπεριφοράς παρέχουν και τα στοιχεία της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. Σύμφωνα με τα στοιχεία για το α΄ τρίμηνο του 2016, ο αριθμός και η αξία των ακάλυπτων επιταγών αυξήθηκαν κατά 8,3% και 3% σε ετήσια βάση αντίστοιχα. Πρέπει όμως να επισημανθεί ότι την περί-οδο 2011-2015 παρατηρήθηκε σημαντική μείωση της κυκλοφορίας επιταγών, ως αποτέλεσμα (α) της μείωσης της οικονομικής δραστηριότητας και (β) της μείωσης της δυνατότητας έκδοσης. Επιπροσθέτως, το α΄ τρίμηνο του 2016 ο αριθμός των απλήρωτων συναλλαγματικών μειώθηκε κατά 11,4%, ενώ η αξία τους αυξήθηκε κατά 2,1%. Όμως επί-σης κατά την περίοδο 2011-2015 παρατηρήθηκε σημαντική υποχώρηση στην κυκλοφορία τους, λόγω της μείωσης της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Επιπλέον, παρατηρήθηκε μείωση τόσο στον αριθμό όσο και στην αξία πτωχεύσεων την περίοδο 2011-2015, δεδομένου ότι ένας μεγάλος αριθμός μικρομεσαίων ιδιαίτερα επιχειρήσεων έχουν κλείσει κατά την περίοδο αυτή, ενώ το α΄ τρίμηνο του 2016 οι μειώσεις διαμορφώθηκαν στο 44,6% και 63,6% αντίστοιχα.

Σχετικά Άρθρα