ΑΠΘ: Εκδήλωση τιμής στον Κυπριακό Ελληνισμό και στους αγώνες του για την Εθνική Παλιγγενεσία

Καθηγητής Ν. Παπαϊωάννου: η Κύπρος αποτελεί διαχρονικά ένα από τα ισχυρότερα προπύργια της ελληνικής ταυτοτικής συνείδησης. Τις θυσίες αυτές έχουμε χρέος να τις τιμούμε λόγω και έργω

 
Εκδήλωση τιμής στον Κυπριακό Ελληνισμό και στους αγώνες του για την Εθνική Παλιγγενεσία πραγματοποιήθηκε την Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2021, στην Αίθουσα Τελετών του ΑΠΘ.

 
Ο Πρύτανης του ΑΠΘ, Καθηγητής Νικόλαος Γ. Παπαϊωάννου στον χαιρετισμό του επισήμανε ότι η ιστορία της Κύπρου «παραμένει εν πολλοίς άγνωστη στη χώρα μας» και υποστήριξε ότι «παρά τα επανειλημμένα και πικρά λάθη της εγχώριας πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, η Κύπρος αποτελεί διαχρονικά ένα από τα ισχυρότερα προπύργια της ελληνικής ταυτοτικής συνείδησης. Τις θυσίες αυτές έχουμε χρέος να τις τιμούμε λόγω και έργω».

 
Στη συνέχεια αναφέρθηκε στην στοχοθεσία του πανεπιστημίου για «ουσιαστική παρέμβαση της επιστημονικής έρευνας στη συζήτηση περί Δημόσιας Ιστορίας, η οποία μαίνεται εδώ και αρκετά χρόνια με, ομολογουμένως, αμφιλεγόμενα αποτελέσματα». Παράλληλα εξέφρασε την επιθυμία «να τύχουν τα μαθήματα και τα προγράμματα ιστορικών σπουδών ευρύτερης αναγνώρισης και, γιατί όχι, χρηματοδότησης» υποστηρίζοντας ότι «οι ερευνητές μας χρειάζονται πρόσβαση σε τεκμήρια, σε εξειδικευμένα περιοδικά, σε ψηφιοποιημένα αρχεία του εξωτερικού, το κόστος των οποίων ελλείψει πόρων συχνά επωμίζονται οι ίδιοι. Απαιτούνται επίσης συνέργειες μεταξύ ιδρυμάτων οι οποίες είναι απαραίτητο να τύχουν ενθάρρυνσης τόσο από την ακαδημαϊκή όσο και από την πολιτική ηγεσία».

 
Ο Πρύτανης του ΑΠΘ ολοκλήρωσε τον χαιρετισμό του κάνοντας έκκληση στον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκο Αναστασιάδη, ως Επίτιμο Διδάκτορα της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ, και με τη βαρύτητα του θεσμικού του ρόλου, να σταθεί αρωγός στην προσπάθεια εκκίνησης «μίας νέας περιόδου προ πολλού οφειλόμενης αναγνώρισης της Κυπριακής Ιστορίας στην ελληνική ακαδημαϊκή και ευρύτερη δημόσια σφαίρα. Μία αναγνώριση που δεν θα εξαρτάται από μεμονωμένες προσπάθειες, παρά θα αποτελεί αυτονόητη πραγματικότητα».

 
Ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου, Καθηγητής Τάσος Χριστοφίδης, στον χαιρετισμό του υποστήριξε ότι «Η επέτειος των 200 χρόνων από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, τιμήθηκε, τιμάται και θα τιμηθεί με πολλούς τρόπους στην Ελλάδα, στην Κύπρο και σε πολλές άλλες χώρες του κόσμου. Είμαι βέβαιος ότι και η αποψινή εκδήλωση, στην οποία μετέχουν με εισηγήσεις τους εκλεκτά μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας των δύο Πανεπιστημίων, που ασχολούνται εδώ και δεκαετίες με την ιστορία της Κύπρου, θα προσθέσει πολύτιμες πληροφορίες και στοιχεία και θα φωτίσει την εν πολλοίς άγνωστη και λησμονημένη κυπριακή συμβολή στο αγώνα της εθνικής παλιγγενεσίας. Η μεγάλη αυτή επέτειος, όμως, προσφέρεται και για συνολική επισκόπηση κάθε πτυχής και διάστασης του συλλογικού και δημόσιου βίου. Καλούμαστε σε τέτοιες επετείους να αναλογιστούμε πού και τι πέτυχε αλλά και πού απέτυχε ο Ελληνισμός μέσα σε αυτά τα 200 χρόνια. Τόσο εντός του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, που ιδρύθηκε το 1830, αλλά και εκτός των συνόρων του.

 
Απόψε τιμάμε τη συμβολή της Κύπρου και των ανθρώπων της στην Επανάσταση του 1821, συζητάμε για το παρελθόν της και στοχαζόμαστε το μέλλον της. Σε μια αίθουσα, την Αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, που το ισόγειό της, για πολλά χρόνια, από το 1977 μέχρι το 1999 αποτέλεσε το φιλόξενο σπίτι του εμβληματικού έργου του μεγάλου Κύπριου ζωγράφου Αδαμάντιου Διαμαντή με τίτλο «Ο κόσμος της Κύπρου», πριν μεταφερθεί στο Τελλόγλειο Ίδρυμα, λίγες εκατοντάδες μέτρα βορειότερα, και επιστρέψει πριν μερικά χρόνια στη Λευκωσία. Απόψε και για τις επόμενες δυο ώρες ο «Κόσμος της Κύπρου» και η  ιστορία του επιστρέφουν στη Θεσσαλονίκη και το Πανεπιστήμιό της».

 
Ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκος Αναστασιάδης, κήρυξε την έναρξη των εργασιών της εκδήλωσης. Στην ομιλία του είπε «Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης με τη σχεδόν αιωνόβια Ιστορία και σημαντική προσφορά του στις επιστήμες, στην παιδεία, στον πολιτισμό και την ελληνική κοινωνία, και το Πανεπιστήμιο Κύπρου που το 2022 συμπληρώνει 30 χρόνια από τότε που δέχθηκε για πρώτη φορά φοιτητές και φοιτήτριες, ανοίγοντας νέους ερευνητικούς και επιστημονικούς ορίζοντες για την Κύπρο.

 
Εκδηλώσεις όπως την αποψινή μας δίνουν τη δυνατότητα να αναψηλαφήσουμε κρίσιμες στιγμές του ιστορικού μας παρελθόντος, να προβληματιστούμε, να αντλήσουμε διδάγματα για το μέλλον, να ανατρέξουμε στους πολύχρονους δεσμούς της Κύπρου με τη Μακεδονία, δύο ακριτικών γεωγραφικών περιοχών του Ελληνισμού, με εκατέρωθεν σχέσεις που χρονολογούνται από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

 
Δύο περιοχές, η Μακεδονία και η Κύπρος που η γεωγραφική τους θέση καθόρισε και καθορίζει τον ιστορικό τους ρόλο στα Βαλκάνια και στη Μέση Ανατολή».

 
Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκαν οι εξής ομιλίες : «Εισαγωγικές παρατηρήσεις» από τον Συντονιστή της εκδήλωσης, Καθηγητή Νομικής Σχολής ΑΠΘ, Ιωάννη Στεφανίδη, «Η Κύπρος στα Οθωμανικά χρόνια» από τον Αν. Καθηγητή Τμήματος Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου, Θεοχάρη Σταυρίδη, «Η Κύπρος στην Επανάσταση του ’21» από τον Αν. Καθηγητή Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου, Πέτρο Παπαπολυβίου, «Ο ρόλος της Εκκλησίας στους αγώνες της Κύπρου» από τον Καθηγητή Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Χριστιανικού Πολιτισμού ΑΠΘ, Θεόδωρο Γιάγκου, και «Επιλογικές παρατηρήσεις» από τον Ομ. Καθηγητή ΑΠΘ και Επίτιμο Διδάκτορα του Πανεπιστημίου Κύπρου, Ιωάννη Χασιώτη.

 
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκου Αναστασιάδη, διοργανώθηκε από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και το Πανεπιστήμιο Κύπρου και εντάσσεται στις δράσεις του ΑΠΘ για το επετειακό έτος 2021, 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821.

&nbsp
Η εκδήλωση μεταδόθηκε ζωντανά από τον σύνδεσμο https://www.auth.gr/video/video-ekdilosi-timis-sto-kypriako-ellinis/

 
Πριν την έναρξη της εκδήλωσης τηρήθηκε ενός λεπτού σιγή στη μνήμη της Φώφης Γεννηματά.

 
Τα πλήρη κείμενα των  ομιλιών του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκου Αναστασιάδη, των Καθηγητών Ιωάννη Στεφανίδη, Θεοχάρη Σταυρίδη, Πέτρου Παπαπολυβίου και Θεόδωρου Γιάγκου.

 
Ομιλία Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Νίκου Αναστασιάδη στην εκδήλωση του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Πανεπιστημίου Κύπρου «Οι αγώνες της Κύπρου για την εθνική παλιγγενεσία»

 
Εκφράζω τη βαθύτατη θλίψη του ιδίου και της Κυβέρνησης μου για τον αδόκητο χαμό της μοναδικής φίλης, της εξαίρετου πολιτικού Φώφης Γεννηματά. Εύχομαι αιωνία η μνήμη της αλλά και η σφραγίδα που άφησε που άφησε μέσα από το πολιτικό της ήθος να κοσμεί όσους επιζούν.

 
Αισθάνομαι ιδιαίτερη συγκίνηση και τιμή που κηρύσσω την έναρξη της ξεχωριστής αποψινής εκδήλωσης στο πλαίσιο των εορτασμών για την επέτειο των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση του 1821, με ιδιαίτερη έμφαση στους αγώνες της Κύπρου για την Εθνική Παλιγγενεσία, που διοργανώνουν το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και το Πανεπιστήμιο Κύπρου,.

 
Και νιώθω ιδιαίτερη χαρά, διότι σε μια πολλαπλή εορταστική επετειακή συγκυρία, επιστρέφω στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και στη Θεσσαλονίκη, όπου πριν από δύο χρόνια η Νομική Σχολή με τίμησε με τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορά.

 
Αλλά και πρόσθετη συγκίνηση γιατί η αποψινή εκδήλωση δεν συμπίπτει μόνο με την επέτειο της συμπλήρωσης 200 χρόνων από τον μεγάλο εθνικό ξεσηκωμό του 1821, αλλά και με τις λαμπρότερες μέρες για τη Θεσσαλονίκη:

 
Την παραμονή της εορτής του πολιούχου της πόλης, του Αγίου Δημητρίου, και των επετείων της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης από τον οθωμανικό ζυγό, το 1912, και τη χιτλερική φασιστική κατοχή, το 1944.

 
Για αυτό θεώρησα πως δεν θα μπορούσα να αρνηθώ την πρόσκληση για να παρευρεθώ σε μια εκδήλωση που οργανώνουν δύο Ανώτερα πνευματικά ιδρύματα που τιμούν την Ελλάδα και την Κύπρο, και μας κάνουν περήφανους στο εσωτερικό και διεθνώς:

Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης με τη σχεδόν αιωνόβια Ιστορία και σημαντική προσφορά του στις επιστήμες, στην παιδεία, στον πολιτισμό και την ελληνική κοινωνία, και το Πανεπιστήμιο Κύπρου που το 2022 συμπληρώνει 30 χρόνια από τότε που δέχθηκε για πρώτη φορά φοιτητές και φοιτήτριες, ανοίγοντας νέους ερευνητικούς και επιστημονικούς ορίζοντες για την Κύπρο.

 
Εκδηλώσεις όπως την αποψινή μας δίνουν τη δυνατότητα να αναψηλαφήσουμε κρίσιμες στιγμές του ιστορικού μας παρελθόντος, να προβληματιστούμε, να αντλήσουμε διδάγματαγια το μέλλον, να ανατρέξουμε στους πολύχρονους δεσμούς της Κύπρου με τη Μακεδονία, δύο ακριτικών γεωγραφικών περιοχών του Ελληνισμού, με εκατέρωθεν σχέσεις που χρονολογούνται από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

 
Δύο περιοχές, η Μακεδονία και η Κύπρος που η γεωγραφική τους θέση καθόρισε και καθορίζει τον ιστορικό τους ρόλο στα Βαλκάνια και στη Μέση Ανατολή, αλλά και την ιστορική τους πορεία μέσα στους αιώνες, άλλοτε συγκλίνουσα και άλλοτε αποκλίνουσα.

 
Το κοσμοϊστορικό γεγονός της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 αποτέλεσε ένα ξεχωριστό ορόσημο στην κοινή ιστορική διαδρομή της Κύπρου και της Μακεδονίας, όπως και των άλλων πανάρχαιων κοιτίδων του Ελληνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο.

 
Δεν θα αναφερθώ εκτενώς στα ιστορικά γεγονότα, καθώς θα τα αναλύσουν οι εκλεκτοί ιστορικοί που θα με διαδεχθούν στο βήμα, ωστόσο δεν μπορώ να μην σημειώσω τους δύο κύριους άξονες που χαρακτηρίζουν τις άμεσες συνέπειες και τον απόηχο του 1821 στη Μακεδονία και στην Κύπρο.

 
Ο πρώτος ήταν οι σφαγές των κληρικών, προκρίτων και του απλού λαού, συνέπεια της «οργής του σουλτάνου» για το ξέσπασμα της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία και στην Πελοπόννησο.

 
Προηγήθηκε η Θεσσαλονίκη, στις 18 και 19 Μαΐου 1821 και ακολούθησε η Κύπρος με τη φρίκη της 9ης Ιουλίου.

 
Και ο δεύτερος άξονας ήταν η αθρόα συμμετοχή Μακεδόνων και Κυπρίων αγωνιστών που συμμετείχαν στον κοινό απελευθερωτικό αγώνα της Παλιγγενεσίας.

 
Είναι χαρακτηριστικό πως ενώ ο Ελληνικός πληθυσμός της Κύπρου την περίοδο εκείνη ανερχόταν σε μόλις 80 χιλιάδες, ο αριθμός των αγωνιστών που έλαβαν μέρος στον Εθνικό ξεσηκωμό, εκτιμάται πως ανερχόταν στους 1000.

 
Την ίδια στιγμή, ιδιαίτερα σημαντική κρίνεται και η υλική συνεισφορά των Κυπρίων, με την αποστολή προμήθειων και οικονομικής βοήθειας παρά τη φτώχεια και τις όποιες κακουχίες αντιμετώπιζαν.

 
Είναι  για αυτό που αισθανόμαστε περήφανοι, γιατί ο Κυπριακός Ελληνισμός συνέβαλε, στο μέτρο του δυνατού, στη δημιουργία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

 
Ενός ελληνικού κράτους, η ίδρυση του οποίου έστειλε μήνυμα αισιοδοξίας και ελπίδας στους υπόδουλους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Ευρώπης, αλλά και το κίνητρο για να προχωρήσουν στις δικές τους εθνικές επαναστάσεις, που θα άλλαζαν οριστικά τον χάρτη της ηπείρου μας.

 
Για τους υπόδουλους Έλληνες, η δημιουργία του πρώτου ανεξάρτητου κράτους, μέσα από συλλογικές και ατομικές πράξεις αυταπάρνησης και ηρωισμού, αλλά και θλιβερές εσωτερικές συγκρούσεις και εμφύλιες αντιπαραθέσεις, εξίσου διδακτικές για μας σήμερα, ήταν το θεμέλιο για τις μεγάλες αλυτρωτικές προσδοκίες που χαρακτήρισαν την ελληνική Ιστορία των επόμενων δεκαετιών.

 
Για πολλές γεωγραφικές περιοχές, όπως τη Θεσσαλονίκη, το κεφάλαιο αυτό ολοκληρώθηκε με την ένταξη στο ελληνικό κράτος μετά τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913.

 
Στη μακρά αυτή πορεία των 200 χρόνων από το 1821 μέχρι σήμερα, οι δεσμοί της Κύπρου με τη Μακεδονία και ειδικότερα με τη Θεσσαλονίκη ενισχύθηκαν και εδραιώθηκαν με ποικίλους δεσμούς: εθνικούς, εκπαιδευτικούς, κοινωνικούς, οικονομικούς, εκκλησιαστικούς.

 
Θα σταθώ σε μερικά μόνο ιστορικά παραδείγματα, από τα πιο αξιομνημόνευτα.

 
Τον Οκτώβριο του 1912, αμέσως μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, ένας από τους πρώτους στρατιώτες του ελληνικού στρατού που εισήλθαν στην πόλη ήταν και ο δήμαρχος Λεμεσού, της πόλης από όπου κατάγομαι, ο πρώην βουλευτής, Χριστόδουλος Σώζος.

 
Κατατάχθηκε εθελοντικά στον ελληνικό στρατό και έδωσε τη ζωή του πολεμώντας στην Ήπειρο, στην πολιορκία των Ιωαννίνων, στις 6 Δεκεμβρίου 1912.

 
Το παράδειγμά του ακολούθησαν εκατοντάδες Κύπριοι εθελοντές στους Βαλκανικούς πολέμους και πολλές χιλιάδες στον πρώτο και στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

 
Το πέρασμά τους μαρτυρείται με δεκάδες τάφους στα ελληνικά ηρώα και στα συμμαχικά στρατιωτικά κοιμητήρια, καθώς η Μακεδονία είναι ο γεωγραφικός χώρος στον οποίο θυσιάστηκαν οι περισσότεροι Κύπριοι στρατιώτες εκτός Κύπρου στους πολέμους του 20ου αιώνα.

 
Μια θυσία που δεν έμεινε χωρίς ανταπόδοση, καθώς την ακολούθησε ο ηρωικός θάνατος δεκάδων αξιωματικών και στρατιωτών από τη Βόρεια Ελλάδα, τη Θράκη και την υπόλοιπη Ελλάδα, που έδωσαν την ζωή τους προασπιζόμενοι την ανεξαρτησία και ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 
Ανάλογοι στέρεοι ιστορικοί δεσμοί, κυρίες και κύριοι, έχουν συνδέσει το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, από την εποχή ίδρυσής του με την Κύπρο.

 
Από τις χιλιάδες Κυπρίους φοιτητές και φοιτήτριες που σπούδασαν εδώ, παίρνοντας μόρφωση και παιδεία, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο έχει τιμήσει εδώ και πολλά χρόνια, με ένα λαμπρό ανδριάντα, τον πιο γνωστό Κύπριο απόφοιτό του, τον γεωπόνο Κυριάκο Μάτση, τον μόνο πτυχιούχο από τους ήρωες της ΕΟΚΑ, που έπεσε ηρωικά στον Πενταδάκτυλο τον Νοέμβριο του 1958.

 
Στα έξι χρόνια της φοιτητικής του ζωής, κατάφερε να ξεχωρίσει στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα αλλά και στη ζωή της πόλης στα ταραγμένα χρόνια της δεκαετίας του 1940, εμπλεκόμενος και στα πολιτικά δρώμενα της εποχής.

 
Με αυτές τις εμπειρίες θα πρωταγωνιστούσε αργότερα στον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ, που αποτέλεσε τη φυσική συνέχεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.

 
Ενός απελευθερωτικού αγώνα που μπορεί να μην πέτυχε την ένωση με την Ελλάδα όπως ήταν το όραμα πολλών γενεών, αλλά οδήγησε το 1960 στη δημιουργία της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενός κράτους που θα κυβερνούσαν οι κάτοικοί του, Ελληνοκύπριοι, Τουρκοκύπριοι, Μαρωνίτες, Αρμένιοι και Λατίνοι.

 
Δυστυχώς, η ζωή του νεοσύστατου Κράτους δεν έμελλε να διαρκέσει επί πολύ, αφού ο προαιώνιος πόθος των Ελληνοκυπρίων δεν επέτρεψε σε πολλούς να αποδεχτούν την νέα πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε στο σαράκι του διχασμού, μια διαχρονική, δυστυχώς, ασθένεια των Ελλήνων, .

 
Την ίδια ώρα οι αμετάθετοι στόχοι της Τουρκίας όπως αποτυπώνονται στο βιβλίο του ΝιχάτΠερίν το 1956 για διχοτόμηση και έλεγχο του νεοσύστατου κράτους, υπέθαλπαν ή ενεθάρρυναν αποσχιστικές τάσεις των Τουρκοκυπρίων που τρία χρόνια μετά τη σύσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας τους οδήγησαν στα αιματηρά γεγονότα του 1963 και την αποχώρηση τους από τη Κυβέρνηση και τα θεσμικά όργανα του Κράτους.

 
Είναι ιστορικά αναντίλεκτο πως η Συνθήκη Εγγυήσεως, με αμφιλεγόμενα δικαιώματα επέμβασής, για προστασία δήθεν  της ανεξαρτησίας και κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, αντί να δημιουργήσει ένα πραγματικά ανεξάρτητο Κράτος, ενδυνάμωσε το ρόλο των εγγυητριών δυνάμεων σε παρεμβάσεις, όχι για να στηρίξουν και να θεμελιώσουν το Κράτος, αλλά, με αλόγιστες πολιτικές πως να το διαλύσουν, προκειμένου να επιτύχουν η κάθε μια τους δικούς της στρατηγικούς στόχους.

 
Ρόλο στην ενδυνάμωση των επικρατουσών τάσεων μεταξύ των δύο κοινοτήτων διαδραμάτισε και ενεθάρρυνε η Βρετανία με το δόγμα διαίρει και βασίλευε.

 
Αποκορύφωμα των παρεμβάσεων ήταν το πραξικόπημα του 1974, που έδωσε το πρόσχημα στην καραδοκούσα Τουρκία να εισβάλει και έκτοτε να κατέχει το 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 
Ένα έγκλημα που βιώνουμε μέχρι σήμερα, παρά τα κατά καιρούς καταδικαστικά Ψηφίσματά των Ηνωμένων Εθνών, τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας, του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και σωρείας άλλων διεθνών ή περιφερειακών Οργανισμών.

 
Δεν θεωρώ πως μέσα στα πλαίσια της αποψινής εκδήλωσης θα μπορούσα να απαριθμήσω τους αγώνες του Ελληνισμού ευρύτερα ή τις άοκνες προσπάθειες του ιδίου και των προκατόχων μου, σε συνεργασία πάντοτε με τις εκάστοτε Ελληνικές Κυβερνήσεις και τον πολιτικό κόσμο της Ελλάδας για ειρηνική επίλυση του Κυπριακού, στη βάση των επώδυνων και ιστορικών συμβιβασμών, όπως αποτυπώνονται στις Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου και τα κατά καιρούς Ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών.

 
Εδώ και 47 χρόνια, αυτό που καταγράφεται είναι οι αδιάλλακτοι και αμετάβλητοι στόχοι της Τουρκίας, μέσα από τις αξιώσεις που προβάλλει, να επιτύχει λύση που θα της επιτρέπει τον πλήρη έλεγχο και την μετατροπή της Κύπρου σε δικό της προτεκτοράτο.

 
Στόχοι που επιμαρτυρούνται σε πρώτη φάση από τον πλήρη έλεγχο του υποτελούς μορφώματος του κατεχόμενου εδάφους, μέσα από την αλλοίωση του δημογραφικού χαρακτήρα, την ενίσχυση της στρατιωτικής της παρουσίας, την οικονομική εξάρτηση της Τουρκοκυπριακής κοινότητας και των εξόφθαλμων, πλέον, παρεμβάσεων στην πολιτική, οικονομική, θρησκευτική και πολιτιστική ζωή των Τουρκοκυπρίων.

 
Αποκορύφωμα των διαχρονικών στόχων της Τουρκίας, αποτελούν οι νέες της αξιώσεις, με εγκατάλειψη της βάσης λύσης και την αξίωση της δημιουργίας δύο ανεξαρτήτων κρατών, τη δημιουργία νέων τετελεσμένων επί του εδάφους με την αλλοίωση του καθεστώτος της περίκλειστης πόλης της  Αμμοχώστου, τη παραχώρηση 145 τετραγωνικών χιλιομέτρων Ελληνοκυπριακής γης στον τουρκικό στρατό για περαιτέρω στρατικοποίηση, αλλά και τις συνεχείς παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου της θαλάσσης με παράνομες επεμβάσεις στην Αποκλειστική Οικονομική  Ζώνη της ΚΔ.

 
Αυτό που θα ήθελα με τη σημερινή ευκαιρία να διαμηνύσω, είναι πως όσο αποδεδειγμένα διαθέτουμε τη πολιτική βούληση και αποφασιστικότητα να προχωρήσουμε σε μια ειρηνική, έντιμη, λειτουργική και βιώσιμη λύση του Κυπριακού, άλλο τόσο δεν θα αποδεχτούμε όρους και αξιώσεις που θα οδηγούν σε μια λύση αντίθετη με τις Συμφωνίες Κορυφής, τα Ψηφίσματα των ΗΕ και το Ευρωπαϊκό κεκτημένο, καθιστώντας την Κυπριακή Δημοκρατία υποχείριο της Τουρκίας.

 
Θέλω με σαφήνεια να επαναλάβω πως αυτό που επιδιώκουμε  είναι την επίτευξη μιας λύσης που θα οδηγεί σε ένα κράτος πλήρως απαλλαγμένο από εξαρτήσεις τρίτων ή/και την όποια κηδεμόνευση μέσα από πρόνοιες που δεν συναντώνται σε κανένα σύνταγμα κράτους – μέλους των Ηνωμένων Εθνών.

 
Μιας λύσης που θα σέβεται την αξιοπρέπεια και την ταυτότητα και των δύο κοινοτήτων και θα τους δίδει το δικαίωμα, ελεύθεροι και ανεξάρτητοι να καθορίζουν την μοίρα τους, σε συνθήκες ασφάλειας, σταθερότητας και αρμονικής συμβίωσης, όπως επιτάσσει και η Ευρωπαϊκή μας ταυτότητα.

 
Στον αγώνα μας αυτόν, δεν είμαστε μόνοι. Έχουμε στο πλευρό μας την αμέριστη συμπαράσταση των εκάστοτε Κυβερνήσεων και πολιτικών δυνάμεων της Ελλάδας, για αυτό και σας ευγνωμονούμε.

 
Έχουμε την αλληλεγγύη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και σωρείας άλλων κρατών μέσα από την πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική που ακολουθούμε.

 
Δεν παραγνωρίζουμε, ούτε υποτιμούμε τις δυσκολίες.

 
Αυτό, όμως, που θα ήθελα να σας διαβεβαιώσω είναι πως 200 χρόνια μετά από την Επανάσταση του 1821, έχοντας ως παρακαταθήκη το όραμα των αδελφών Ελλήνων για μια ελεύθερη, κυρίαρχη και ανεξάρτητη πατρίδα, θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε μέχρι την εξόφληση του χρέους και οφειλής που έχουμε απέναντι στις απελθούσες, τις παρούσες και μέλλουσες γενεές του τόπου.

 
Καταλήγοντας, θα ήθελα για ακόμη μια φορά να συγχαρώ τους διοργανωτές, τους συμμετέχοντες καθώς και όσους εργάστηκαν με ζήλο και αφοσίωση, πετυχαίνοντας μέσα από την παρούσα εκδήλωση να τιμήσουν τη συμπλήρωση των 200 χρόνων από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, αναδεικνύοντας παράλληλα τους ηρωικούς αγώνες της Κύπρου για την εθνική παλιγγενεσία.

 
Καθηγητής Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Χριστιανικού Πολιτισμού ΑΠΘ, Θεόδωρος Ξ. Γιάγκου, «Ο ρόλος της Εκκλησίας στους αγώνες της Κύπρου»

 
«Οι γουναυχούντεςβίονορθόδοξον, καν εξ Ανατολών ώσιν, καν εξ Αλεξανδρέων, καν ετέρωθεν Ρωμαίοι λέγονται και κατά τους νόμους (αυτών) αναγκάζονται πολιτεύεσθαι».

Με αυτήν την επισήμανση, που απηχεί μία βασική πτυχή της πολιτικής θεωρίας των βυζαντινών, ο ερμηνευτής των ιερών κανόνων και Πατριάρχης Αντιοχείας Θεόδωρος Βαλσαμών(12οςαι.) προοιμιάζει την απόκρισή του σε ένα ερώτημα που υπέβαλε, όχι κάποιος νομικός, αλλά ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Μάρκος, και αφορούσε στην υποχρέωση εφαρμογής των βυζαντινών νόμων από τους χριστιανούς μιας αραβοκρατούμενης χώρας, όπου και οι εκκλησιαστικές επαρχίες της Αλεξάνδρειας.

Το θέμα που απασχόλησε τον πατριάρχη και που αποτυπώνει την κατ’ αυτόν ευθύνη απέναντι στο ποίμνιό του, κωδικοποιείται στο ερώτημά του: «Τα εξήκοντα βιβλία των νόμων, τα λεγόμενα Βασιλικά, ου διεδόθησαν εις τας χώρας ημών και διά τούτο νυκτοβατούμεν όσον το εις αυτά. Ζητούμενουνμαθείν ει εντεύθεν κατακρινόμεθα;»

Ο Βαλσαμών, γνωρίζοντας πολύ καλά την κατάσταση στις αιχμάλωτες επαρχίες- εξάλλου μια τέτοια ήταν και η δική του(Αντιόχεια) – και διακρινόμενος για τον ρεαλισμό του, παραδέχεται ότι οι υπόδουλοι χριστιανοί δεν υπάγονται στη διάταξη του νόμου που ορίζει ότι: «ου δει Ρωμαίον άνδρα νόμοναγνοείν», και τούτο γιατί αυτοί ήταν δέσμιοι των συνθηκών που ευθύνονται για την αντικειμενική άγνοια και φυσικά για τα στενά όρια εφαρμογής των χριστιανικών νόμων στις επαρχίες, όπου κυριαρχούσαν οι μουσουλμάνοι. Στην πραγματικότητα ο Βαλσαμών θεωρεί ότι οι νόμοι των Βασιλικών εφαρμόζονται απρόσκοπτα στις ελεύθερες επαρχίες, πρωτίστως στην Κωνσταντινούπολη, η οποία ήταν «κατησφαλισμένη» με νομικά οχυρά, που υψώνονταν από τις έγκριτες νομικές βίβλους και τους σοβαρούς νομομαθείς της βασιλίδος των πόλεων. Οι κάτοικοι αυτής της πόλεως δεν συγχωρούνται να αγνοούν τους νόμους, ακόμα και αν αυτοί είναι «χειρονάκται» ή «γραμμάτων ανήκοοι», γιατί μπορούν να πληροφορηθούν με αξιοπιστία τα θεσπίσματα του νομοθέτη από ένα πλήθος συγκατοίκων τους που γνωρίζουν καλά τους νόμους. Αντίθετα, όσοι διαμένουν έξω της «Νέας Ρώμης», «αγρόται δηλονότι και λοιποί» (συλλήβδην οι άνθρωποι της υπαίθρου), «πολλώ πλέον οι Αλεξανδρείς» (δηλαδή οι υποτελείς χριστιανοί) «νόμονπολιτικόναγνοήσαισυγγινώσκονται». Ωστόσο και αυτοί δεν αμνηστεύονται, αλλά οφείλουν να αναζητήσουν τη νομική γνώση στο μέτρο των δυνατοτήτων τους.

Από τα παραπάνω προκύπτουν δύο παράμετροι που είναι χρήσιμες για την εισήγησή μας. Από τη μία καταγράφεται η αγωνία ενός εκκλησιαστικού ηγέτη, που δηλώνεται με τις λέξεις «νυκτοβατούμεν» και «κατακρινόμεθα», για την επώδυνη άγνοια των χριστιανικών νόμων, με ό,τι αυτή συνεπάγεται για τη λειτουργία της ρωμαίικης κοινότητας, και από την άλλη η διακηρυκτική επισήμανση του Βαλσαμώνα ότι η ταυτότητα του γένους των Ρωμιών καθορίζεται πρωτίστως από την ορθόδοξη πίστη των πολιτών. Αμφότερες οι παράμετροι, δηλαδή ο βυζαντινός νομικός πολιτισμός και η ορθόδοξη πίστη, ήταν δύο ισχυροί πυλώνες για τις χριστιανικές κοινότητες υπό ζυγόν δουλείας.

Οι κοινότητες στην καθημερινότητα λειτουργούσαν και αναπτύσσονταν γύρω από ένα ναό, ακολουθώντας μια παράδοση πολλών αιώνων που ξεπερνά χρονικά κατά πολύ την εποχή του χριστιανισμού και φθάνει πίσω μέχρι την αρχαία Ελλάδα. Ήδη, ο dePolignac έχει αναδείξει ότι η γένεση της αρχαίας ελληνικής πόλης συντελείται γύρω από ένα ιερό, όπου τιμάται η προστάτιδα θεότητα, καθιστάμενο το ιερό κέντρο της ζωής των πολιτών, της λειτουργίας δηλαδή της πόλης. Στη συνέχεια αυτής της μακραίωνης παράδοσης, «των Ελλήνων οι κοινότητες μέσα στην Τουρκοκρατία», υπό την ισχυρή συνδρομή της Εκκλησίας, διασφάλιζαν τη συνέχεια του γένους.

Από την καλή αγωνία του πατριάρχη Μάρκου για την εύτακτη λειτουργία των ρωμαίικων κοινοτήτων, θα περάσω στους αγώνες της Εκκλησίας της Κύπρου, για την προστασία και εν τέλει την ελευθερία αυτών.

Αρχικά δεν θα ήθελα να σταθώ στους επώνυμους Κυπρίους κληρικούς, ούτε στα γεγονότα τα οποία καλύπτουν τις λαμπρές ή σκοτεινές σελίδες της κυπριακής Ιστορίας, αλλά στα πρόσωπα της καθημερινότητας, των οποίων η παρουσία κάποιες φορές δηλώνεται μόνο σε παρασελίδιες σημειώσεις˙ με αυτά τα marginalia θα καταθέσω εν πρώτοις κάποιες ψηφίδες, ώστε να δοθεί ένα σχήμα του ψηφιδωτού που παριστάνει τη συμβολή της Εκκλησίας του αποστόλου Βαρνάβα στους αγώνες της Κύπρου.

Αγωνιστές σε αυτήν την περίπτωση είναι οι Κύπριοι ιερείς, οι οποίοι με συνέπεια και εντιμότητα επιτελούσαν τα καθήκοντά τους, διδάσκοντας, κατά το μέτρο των γνώσεών του τη φιλοπατρία. Αυτοί είχαν και την ποιμαντική ευθύνη να στηρίξουν τους ενδεείς, οι οποίοι υπό το άχθος της φορολογίας έφθαναν σε απόγνωση, έτοιμοι να αλλαξοπιστήσουν ή να μεταναστεύσουν.

Αγωνιστές είναι και οι ταπεινοί μοναχοί, οι οποίοι στέκονταν σε εκτενή προσευχή, απευθυνόμενοι στην Παναγία του Κύκκου, τη μάνα των Κυπρίων, για την προστασία των υποτελών, ενώ παράλληλα αναλάμβαναν την ευθύνη της εκπαίδευσης των νέων, ώστε να διαμορφώνουν ακαταδούλωτη προσωπικότητα.

Ηγέτες του λαού είναι και οι αρχιερείς, οι οποίοι είχαν την ευθύνη του κριτή, συστοιχούντες σε όσα επιτάσσουν οι νομικές και οι κανονικές βίβλοι για δίκαιη δίκη.

Ήρωες της πίστεως ήταν και οι Κύπριοι νεομάρτυρες, οι πολλοί άγνωστοι και οι λίγοι γνωστοί, όπως ο Πολύδωρος, το μαρτύριο του οποίου στάθηκε αφορμή να συνταχθεί από δύο λογίους, τον Νικόδημο Αγιορείτη και τον Μακάριο Νοταρά το Νέον Μαρτυρολόγιον, μια εξαιρετική συλλογή που ενέπνευσε με τον δικό της τρόπο την αντίσταση κατά των Τούρκων.

Ηρωίδες ήταν και οι Κύπριες μάνες, που έχαναν τα αγόρια τους σε κάποιο παιδομάζωμα, όπως αυτό του 1606, ή τις κόρες τους σε κάποια εξαναγκαστική επιγαμία, υποφέροντας διά βίου τη θλίψη του χαμού των παιδιών τους με αξιοπρέπεια, κερδίζοντας τον σεβασμό ως οι μεγάλες αγίες του τόπου μας.

Όλες αυτές οι φιγούρες,που με εκκλησιαστική πνοή σμιλεύτηκαν στον πόνο και στάθηκαν όρθιες, άφησαν στην ιστορία της Κύπρου αξεπέραστα πρότυπα χαρακτήρων. Αυτόν τον τύπον των Κυπρίων γνώρισε και θαύμασε ο ποιητής Γεώργιος Σεφέρης, στα δύο ταξίδια του στην Κύπρο το 1953 και 1954.

Αντίθετα, οι ιδιοτελείς και εμπαθείς, κληρικοί και μη, πέρασαν αφήνοντας αρνητικά αποτυπώματα.

Στο κλίμα που διαμόρφωναν οι άνθρωποι της καθημερινότητας, προσθέτονταν οι πράξεις των επωνύμων κληρικών, αυτές που κυρίως καλύπτουν τις σελίδες της Ιστορίας. Θα ανθολογήσω όσες επιτρέπει ο χρόνος που απομένει.

  1. Τον 17ο αιώνα, τρεις Αρχιεπίσκοποι: ο Βενιαμίν, ο Χριστόδουλος Α΄ και ο Νικηφόρος, ήλθαν σε διαδοχικές διαπραγματεύσεις με τους δούκες της Σαβοΐας Κάρολο, Εμμανουήλ Α΄ και Β΄, τον βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππο Γ΄ και τον Δόγη της Βενετίας, αναζητώντας τη στήριξή τους για την απαλλαγή του ποιμνίου τους από την τυραννία του Ισλάμ.
  2. Το 1753 ο Αρχιεπίσκοπος Φιλόθεος και οι τρεις Μητροπολίτες μαζί με προκρίτους του νησιού αναχώρησαν για την Κωνσταντινούπολη, για να απευθυνθούν στον Μεγάλο Βεζύρη, ώστε να συναινέσει στη μείωση των φόρων. Για το ίδιο θέμα υπήρξαν αλλεπάλληλες οχλήσεις από τους Κύπριους ιεράρχες.
  3. Ο ίδιος αρχιεπίσκοπος, ο οποίος επαινείται για τη λογιοσύνη του, ιδρύει σχολεία όχι μόνο στη Λευκωσία, αλλά και σε άλλες πόλεις. Το ίδιο μιμούνται και οι διάδοχοί του αλλά και λόγιοι Μητροπολίτες. Όσες φορές υπήρχαν στον αρχιεπισκοπικό θρόνο λόγιοι, συνήθως η Εκκλησία περνούσε περίοδο ακμής, καθόσον αυτοί προσείλκυαν τον θαυμασμό εντός και εκτός Κύπρου.
  4. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα φιλόμουσης δράσης των κληρικών. Π.χ. η μονή Κύκκου, που εξακτινώνεται στον ορθόδοξο κόσμο με τα μετόχια της, στηρίζει την παιδεία πολλαπλώς και αξιοποιεί λόγιους, όπως ο Εφραίμ Αθηναίος, ο μετέπειτα πατριάρχης Ιεροσολύμων. Η ίδια μονή χρηματοδοτεί έκδοση των λειτουργικών βιβλίων στα καραμανλίδικα, για να στηρίξει τους χριστιανούς της Καππαδοκίας. Θα μπορούσα να επικαλεστώ εδώ και τον συντοπίτη μου ιερομόναχο Νεόφυτο Ροδινό, σπουδαγμένο στο Ελληνικό Κολέγιο του Αγίου Αθανασίου στη Ρώμη, ο οποίος με πολύ κόπο συντάσσει ένα περισπούδαστο έργο: «Περί ηρώων, στρατηγών, φιλοσόφων, αγίων και άλλων ονομαστών ανθρώπων, όπου ευγήκασιν από το νησί της Κύπρου», για να εξάρει το ένδοξο παρελθόν και να εμπνεύσει το θαυμασμό για την πατρίδα. Όπως αναφέρει ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «η στρατηγική» των λογίων κληρικών «απέβλεπε στην αναζωογόνηση της παράδοσης των ελληνικών γραμμάτων στη Μεγαλόνησο, ως συντελεστή της στερέωσης της πίστεως αλλά και της ιστορικής αυτογνωσίας του πληρώματος της Εκκλησίας».
  5. Η συμβολή της Εκκλησίαςστους αγώνες της Κύπρου κορυφώνεται στο πρόσωπο του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού. Όχι μόνο για τη μεγάλη προσφοράτου στα γράμματα, αλλά κυρίως για τη θυσία του. Μυημένος στη Φιλική Εταιρεία, βοήθησε με τρόπο μυστικό όσο μπορούσεστην Ελληνική Επανάσταση. Μετά την εκδήλωσή της οΚιουτσούκ Μεχμέτ, ο διοικητής της Κύπρου, φοβούμενος εξέγερση των Κυπρίων, η οποία βεβαίως αν γινόταν θα ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία, αυτό το γνώριζε και ο Κυπριανός, υπέβαλε κατάλογο προγραφών προς έγκριση στην Υψηλή Πύλη 486 επιφανών Κυπρίων, για να υποστούν πολλοί από αυτούς στη συνέχεια τον δι’ αγχόνης και μαχαίρας θάνατον. Ο Κυπριανός, ενώ είχε τη δυνατότητα φυγής, προτίμησε να παραμείνει κοντά στο ποίμνιό του και να μαρτυρήσει όπως έκανανεξάλλου πολλοί κληρικοί, με πιο πρόσφατη τότε την περίπτωση του πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄μαζί και του Κυπρίου Αθανασίου Νικομηδείας.

Ο Κυπριανός ήταν κλασική περίπτωση νεομάρτυρα. Όμως από τους αρχές του 20ού αιώνα χαρακτηρίζεται πλέον εθνομάρτυρας, για να γίνει έτσι σύμβολο εκκλησιαστικού ηγέτη των αγώνων για απελευθέρωση, το πρότυπο των αγωνιστών από τον απλό πολίτη μέχρι και τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ΄. Ο Βασίλης Μιχαηλίδης, ο αντίστοιχος Διονύσιος Σολωμός της Κύπρου, θα ιστορήσει με στίχους δραματικούς τη θυσία του στο γνωστό ποίημα «9η Ιουλίου».

Κυρίες και Κύριοι, η σκλαβιά της Κύπρου ήταν μακραίωνη. Αρχίζει από τον 12ο αιώνα για να λήξει στον 20ό. Στην αρχή της δουλείας, ο Νεόφυτος Έγκλειστος, προοιμιάζει το περίφημο έργο του: «Περί των κατά χώρανΚύπρων σκαιών», με μία μελαγχολική εικόνα, λέγοντας ότι «νεφέλη και ομίχλη αλλεπαλλήλων δεινών» ταλανίζουν το νησί, ζωγραφίζοντας ένα θολό τοπίο για το μέλλον του τόπου. Προς το τέλος της δουλείας με παρόμοιο τρόπο αρχίζει και ο Βασίλης Μιχαηλίδης το ποίημά του, ανακαλώντας στη μνήμη την επί αιώνες οδύνη των Κυπρίων.

Τα δεινά, ενόσω υπάρχει κατοχικός στρατός δεν παρήλθαν. Έτσι ο αγώνας συνεχίζεται, όμως με το αισιόδοξο μήνυμα του Μιχαηλίδη ως υποθήκη ότι: «την ρωμιοσύνη κανένας εν ευρέθηκε για να την εξηλείψει».

Πριν κατέλθω από το βήμα, οφείλω μία εξήγηση, για τηνεκτενή αναφορά μου στον διάλογο Μάρκου Αλεξανδρείας και Βαλσαμώνος που έχει προσωπικό τόνο. Μικρό παιδί στα χρόνια της εξέγερσης των Τουρκοκυπρίων, στη δεκαετία του ’60, οι «χειρoνάκται» και οι «γραμμάτων ανήκοοι» του τόπου μου, απευθυνόμενοι στον ιερέα, στον«δάσκαλο» όπως προσφωνεί ο κυπριακός λαός τους ιερείς, ζητούσαν να πληροφορηθούν τις αρχές δικαίου για τη συμπεριφορά τους απέναντι στους εξεγερμένους, πρώην φίλους και στη συνέχεια εχθρούς. Ο ιερέας «νυκτοβατών» ως προς τον νόμο, βρήκε πρόσφορη για απάντηση τη διδασκαλία του αποστόλου Παύλου, ότι: «ουκ ένι Έλλην και Ιουδαίος, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ελεύθερος, αλλά τα πάντα εν πάσι Χριστός» (Κολ. 3,11). Σε αυτόν τον βιβλικό ορισμό έκτισε την ποιμαντική του ευθύνη, για την καταστολή της αναδυόμενης θρησκευτικής μισαλλοδοξίας. Εν τέλει η αγωνία της συμβίωσης με το Ισλάμ έχει στη διαχρονία της λίγο – πολύ παρόμοιο περιεχόμενο.

 
Αν. Καθηγητής Τμήματος Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου, Θεοχάρης Σταυρίδης, «Η Κύπρος στα Οθωμανικά χρόνια»

 
Η κατάκτηση της Κύπρου ήταν η τελευταία αναλαμπή της κλασικής περιόδου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Όταν έπεφτε η Αμμόχωστος στα χέρια των Οθωμανών, τον Σεπτέμβριο του 1571, τα καράβια των Πορτογάλων και των Ολλανδών έπλεαν ήδη για δεκαετίες γύρω από την Αφρική, παρακάμπτοντας τις αγορές της Ανατολικής Μεσογείου, ενώ οι Ισπανοί έφερναν καινούργια προϊόντα από τον Νέο Κόσμο, κατακλύζοντας τον Παλιό με περουβιανό ασήμι, και προκαλώντας σοβαρή οικονομική κρίση στην Αυτοκρατορία, με πληθωρισμό, αύξηση των τιμών, και υποτίμηση του νομίσματος.

Ο μεγάλος Σουλτάνος Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής είχε πεθάνει πέντε χρόνια νωρίτερα, φέρνοντας την Αυτοκρατορία στο ανώτατο όριο της εδαφικής και πληθυσμιακής της επέκτασης. Κατά τη βασιλεία του, όμως, είχαν αρχίσει ήδη να διαφαίνονται και τα πρώτα σημάδια κόπωσης: οι στρατιωτικές επιτυχίες μειώνονταν και οι Οθωμανοί εμπλέκονταν σε μακροχρόνιους και δαπανηρούς πολέμους σε διάφορα μέτωπα, που δεν απέφεραν τα ανάλογα εδαφικά ή υλικά οφέλη.

 
Βασικοί θεσμοί, που θεωρούνταν αναπόσπαστο μέρος του κλασικού οθωμανικού συστήματος αλλοιώνονται και διαβρώνονται, προκαλώντας ανησυχία και έντονες συζητήσεις. Τον Σουλεϊμάν διαδέχεται μια σειρά αδύναμων σουλτάνων, που συχνά ήταν ανήλικοι, ενώ στα τέλη του 16ου αιώνα βίαιες αγροτικές εξεγέρσεις, που προκλήθηκαν από την κλιματική αλλαγή και την πληθυσμιακή πίεση, ταράζουν τη Μικρά Ασία. Αποτέλεσμα αυτών των φαινομένων ήταν να χάσει η Κωνσταντινούπολη τον έλεγχο της περιφέρειας. Είναι απαραίτητο να έχουμε υπόψη αυτό το πλαίσιο όταν μελετούμε την ιστορία της Κύπρου κατά τα οθωμανικά χρόνια.

 
Η εισβολή του 1570 στην Κύπρο ήρθε ως φυσική συνέχεια της οθωμανικής επέκτασης στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Τα στρατεύματα του σουλτάνου αποβιβάστηκαν στη Λάρνακα τον Ιούλιο του 1570 και πολιόρκησαν τη Λευκωσία, την οποία και σύντομα κατέλαβαν. Τον Σεπτέμβριο του 1571, μετά από μια πολιορκία που κράτησε έναν χρόνο, η πείνα και οι κακουχίες έκαμψαν την ηρωική άμυνα των υπερασπιστών της Αμμοχώστου, κι έτσι οι Οθωμανοί έγιναν κύριοι του νησιού. Παρά τις ευρωπαϊκές θριαμβολογίες, η Ναυμαχία της Ναυπάκτου, που ακολούθησε την πτώση της Κύπρου, δεν επηρέασε ουσιαστικά τη μοίρα του νησιού, που στο εξής και για τους επόμενους τρεις αιώνες θα γινόταν μια οθωμανική επαρχία.

 
Ο πόλεμος επέφερε μεγάλες καταστροφές, καθώς περισσότερος από τον μισό πληθυσμό του νησιού σκοτώθηκε, αιχμαλωτίστηκε ή μετανάστευσε. Αλλά κι εκείνοι που έμειναν ζούσαν μέσα σε άθλιες συνθήκες, καθώς οι αγροτικές καλλιέργειες είχαν εγκαταλειφθεί και η οικονομία είχε καταστραφεί.

 
Η μέχρι τότε εντυπωσιακή ανάπτυξη των Οθωμανών είχε στηριχθεί λιγότερο στις στρατιωτικές νίκες όσο στην επιτυχημένη διαχείριση της ειρήνης. Με την εμπειρία τους από άλλες κατακτήσεις, οι Οθωμανοί γνώριζαν ότι, για να εντάξουν την Κύπρο στην Αυτοκρατορία ως μια προσοδοφόρα επαρχία, ήταν αναγκαία η επιστροφή στην ομαλότητα, με την επαναδραστηριοποίηση της οικονομίας της. Έτσι, κατέβαλαν προσπάθειες να ελκύσουν τους κατοίκους να επιστρέψουν στη γη, απελευθερώνοντας αιχμαλώτους και δίνοντας κίνητρα επαναπατρισμού σ’ εκείνους που είχαν φύγει.

Γνωρίζοντας τα μεγάλα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα των προκατόχων τους, Βενετών, προσπάθησαν να κερδίσουν τους ντόπιους, βελτιώνοντας την κατάστασή τους, με μείωση των φόρων και κατάργηση της δουλοπαροικίας. Έτσι, αρχικά οι Οθωμανοί επιχείρησαν να επιβάλουν ήπια διοίκηση, για να μην οδηγήσουν τους κατοίκους στη φυγή ή την εξέγερση. Στο πλαίσιο της προσπάθειάς τους να αυξήσουν τον πληθυσμό, αλλά και για τη δημιουργία μιας μουσουλμανικής κοινότητας σ’ ένα νησί μέχρι πρότινος αμιγώς χριστιανικό, εφάρμοσαν την τακτική του εποικισμού, με ακτήμονες χωρικούς από τη Μικρά Ασία.

 
Έχοντας υπόψη τη σύγκρουση Ορθοδοξίας και Καθολικισμού, ακολούθησαν την πάγια πολιτική ένταξης της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην οθωμανική τάξη. Δεν ήταν μόνο ότι o Ισλαμικός Νόμος ζητούσε να προστατεύονται οι «λαοί της Βίβλου», που είχαν το δικαίωμα να ασκούν την πίστη τους ελεύθερα, υπό κάποιες προϋποθέσεις, ούτε απλά η επιδίωξή τους να οξύνουν τις διαφορές ανάμεσα στα δύο δόγματα. Ως ένας πανάρχαιος θεσμός, ο μόνος που διασώθηκε στο νησί μετά τον Πόλεμο, η Ορθόδοξη Εκκλησία διέθετε κύρος, αλλά κι έναν μηχανισμό που απλωνόταν μέχρι και το πιο απομακρυσμένο χωριό. Έτσι, οι Οθωμανοί επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν τον μηχανισμό αυτό για διευκόλυνση της διοίκησης και της συλλογής των φόρων, καθώς και για τη διασφάλιση της υπακοής των Χριστιανών.

 
Παρά την πολιτική αυτή, η ηγεσία των Ελλήνων του νησιού διατήρησε στενές πολιτικές και πολιτιστικές επαφές με τη χριστιανική Δύση, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τους Ιλαρίωνα Κιγάλα και Νεόφυτο Ροδινό, ενώ καταβλήθηκαν μυστικές προσπάθειες για εμπλοκή Δυτικών ηγεμόνων, ιδιαίτερα του Δούκα της Σαβοΐας, σε επιχείρηση ανακατάληψης του νησιού, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

 
Οι προσπάθειες των Οθωμανών για βελτίωση των συνθηκών ζωής φαίνεται να είχαν, αρχικά, κάποιο αποτέλεσμα, που αντανακλάται στην αύξηση των κατοίκων κατά τις πρώτες δεκαετίες. Στη συνέχεια, όμως, παρατηρείται κατακόρυφη πτώση, μια τάση συνεχίζεται μέχρι και τα μέσα του 19ου αιώνα.

 
Η πτώση αυτή προερχόταν από φυσικές καταστροφές, αλλά και εξεγέρσεις ή ταραχές, για τις οποίες ελάχιστες πληροφορίες έχουμε, που οδήγησαν πολλούς κατοίκους στον θάνατο, στη φυγή ή στον εξισλαμισμό. Όπως και σήμερα, το νησί μαστιζόταν από συχνές ανομβρίες, αλλά και επιδρομές ακρίδας, που προκαλούσαν λιμό και άνοδο των τιμών. Ενδημικές ασθένειες, όπως η μαλάρια, είχαν αντίκτυπο στο προσδόκιμο ζωής των κατοίκων, ενώ περιηγητές αναφέρονται στη «χλωμή και χαλύβδινη χροιά» των προσώπων τους, που προκαλούσαν οι συχνοί πυρετοί. Επιπλέον, η έλλειψη μέτρων πρόληψης άφηνε το νησί έρμαιο σε επιδημίες, όπως η πανώλη ή η χολέρα, καθώς τα πληρώματα καραβιών από μολυσμένες περιοχές αποβιβάζονταν χωρίς έλεγχο στα κυπριακά λιμάνια.

 
Ένας άλλος παράγοντας που συνέβαλε στη συνεχή πτώση του πληθυσμού του νησιού ήταν η κακή διοίκηση και η βαριά φορολογία, καθώς οι προσπάθειες των Οθωμανών για ευημερία δεν συνεχίστηκαν πέρα από τις πρώτες δεκαετίες. Αυτό ήταν αποτέλεσμα της αυξανόμενης αδυναμίας της κεντρικής κυβέρνησης να ελέγξει την περιφέρεια, καθώς παρατηρούμε ότι η αποκέντρωση, που χαρακτηρίζει την οθωμανική διοίκηση του 17ου και του 18ου αιώνα, αντανακλάται και στη διακυβέρνηση της Κύπρου.

 
Μετά την κατάκτηση, η Κύπρος έγινε αυτόνομη επαρχία υπό τη διοίκηση ενός Πασά, που διοριζόταν από την κεντρική κυβέρνηση. Όμως, μετά από μια σειρά διοικητικών αλλαγών, μετά τα μέσα του 17ου αιώνα, το κράτος, αδυνατώντας να συλλέγει να τους φόρους του νησιού, άρχισε να τους ενοικιάζει ετησίως στον πλειοδότη, ο οποίος έφθανε στην Κύπρο ως φοροσυλλέκτης, που ήταν ταυτόχρονα πολιτικός και στρατιωτικός Διοικητής.

 
Το σύστημα αυτό είχε ως φυσικό επακόλουθο τη φορολογική καταπίεση των κατοίκων, επειδή το μόνο που ενδιέφερε τον Διοικητή ήταν το προσωπικό κέρδος. Σύμφωνα με περιηγητή του τέλους του 18ου αιώνα, «τα έσοδα του Διοικητή είναι απροσδιόριστα και μπορούσε να συλλέξει όσα του επέτρεπε η συνείδησή του». Αποτέλεσμα του συστήματος, σύμφωνα με άλλον περιηγητή, ήταν ότι «σε όλη την τουρκική επικράτεια, ίσως να μην υπήρχε άλλο μέρος που να πλήρωναν οι κάτοικοι βαρύτερους φόρους». Το καθεστώς αυτό διατηρήθηκε με μικρές διαφοροποιήσεις μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα και τις οθωμανικές μεταρρυθμίσεις.

 
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η κατάσταση αυτή οδήγησε σε κρίσεις, όπως η εξέγερση κατά του ΔιοικητήÇil Osman Ağa, που έφθασε στην Κύπρο το 1764 έχοντας υποβληθεί σε μεγάλα χρέη για να ενοικιάσει το αξίωμα. H αυταρχική συμπεριφορά του και η βαριά φορολογία που επέβαλε, για να καλύψει τα έξοδά του, οδήγησαν σε εξέγερση στη Λευκωσία, που κατέληξε στη δολοφονία του και την πυρπόληση του Σαραγιού. Τα γεγονότα αυτά, μαζί με τις ταραχές που ακολούθησαν, προκάλεσαν παρατεταμένη αστάθεια, και είχαν σοβαρές επιπτώσεις στην οικονομία του νησιού.

 
Μια από τις σημαντικές θεσμικές μεταβολές του 17ου αιώνα ήταν η διεύρυνση της εφαρμογής του συστήματος ενοικίασης των δημόσιων φόρων με δημοπρασία σε ιδιώτες. Το σύστημα αυτό οδήγησε στην απώλεια του ελέγχου της γης εκ μέρους του κράτους, με τη εμφάνιση των τσιφλικιών, αγροκτημάτων που χρειάζονταν πολλά εργατικά χέρια, και η παραγωγή των οποίων στόχευε στο εμπόριο. Οι αγρότες των τσιφλικιών ήταν συνήθως άκληροι, έχοντας χάσει τη γη τους ως αποτέλεσμα της τοκογλυφίας, που ήταν εξαιρετικά διαδεδομένη την εποχή εκείνη.

 
Πέρα από την αποκέντρωση, βασικός λόγος για τη διάδοση των τσιφλικιών ήταν και η επέκταση του εξωτερικού εμπορίου, που άρχισε κατά τον 18ο αιώνα, και συνέχισε να αυξάνεται με γρήγορους ρυθμούς κατά τον 19ο, ενώνοντας τη Μεσόγειο σε ένα ενιαίο και αλληλοεξαρτώμενο σύνολο. Στο πλαίσιο αυτό, η Κύπρος απολάμβανε σημαντικά πλεονεκτήματα, όπως πλούσια ποικιλία προϊόντων, αλλά και ευνοϊκή γεωγραφική θέση. Η επέκταση του εμπορίου οδήγησε στην αλλαγή του χαρακτήρα της γεωργικής παραγωγής νησιού, από τα σιτηρά για τοπική κατανάλωση, σε προϊόντα, όπως το βαμβάκι, που ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις του εξωτερικού εμπορίου.

 
Καθοριστικές για την εξέλιξη αυτή ήταν και οι Διομολογήσεις, συμφωνίες που επέτρεπαν σε ξένους υπηκόους να εμπορεύονται με προνομιακούς όρους στην επικράτεια της Αυτοκρατορίας. Οι Διομολογήσεις έδωσαν τη δυνατότητα σε υπηκόους των ευρωπαϊκών δυνάμεων να λειτουργούν σαν αυτόνομες οντότητες εντός της Αυτοκρατορίας, και συνέβαλαν στη δημιουργία μιας οικονομικά ισχυρής ευρωπαϊκής παροικίας στη Λάρνακα, αποτελούμενης κυρίως από εμπόρους, που λειτουργούσαν ταυτόχρονα ως δανειστές και τοκογλύφοι, απολαμβάνοντας τον σεβασμό των κατοίκων του νησιού, που τους είχαν ανάγκη για να χρηματοδοτήσουν τη γεωργική τους παραγωγή.

Η προστασία των Προξενείων οδήγησε σταδιακά και στη δημιουργία μιας εγχώριας αστικής τάξης. Στα μέσα του 18ου αιώνα παρατηρείται κύμα καθόδου στο νησί Επτανήσιων Bενετών υπηκόων, κυρίως από την Kεφαλλονιά, οι οποίοι έβρισκαν στην Κύπρο ευνοϊκές συνθήκες εμπορίου λόγω των Διομολογήσεων. Ενώ άλλοι Ευρωπαίοι έμποροι δεν εντάσσονταν πλήρως στην τοπική κοινωνία, λόγω θρησκείας και γλώσσας, οι Επτανήσιοι ήρθαν σε στενότερη επαφή με τους ντόπιους, μέσω εμπορικών συναλλαγών, αλλά και μέσω κοινωνικών σχέσεων και γάμων. Έτσι, πολλοί νυμφεύτηκαν Κύπριες και εντάχθηκαν πλήρως στην τοπική κοινωνία, δημιουργώντας τις μεγάλες αστικές οικογένειες Περιστιάνη, Πιερίδη, Bαλσαμάκη, Kαρύδη, κ.ά.

Αποτέλεσμα των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων των ντόπιων με Επτανήσιους και άλλους Ευρωπαίους ήταν οι πνευματικές ανταλλαγές, που έφεραν τους Κυπρίους σε επαφή με ιδεολογικά ρεύματα της Δύσης. Έτσι, κατά τον 18ο αιώνα, οι ιδέες του Διαφωτισμού εξαπλώθηκαν σε μια μικρή αλλά κρίσιμη μερίδα των Χριστιανών της Κύπρου. Οι φιλελεύθερες ιδέες της Δύσης, και ιδιαίτερα η ιδέα της εθνικής ανεξαρτησίας, είχαν ιδιαίτερη απήχηση στους Χριστιανούς εμπόρους του νησιού. Έτσι, ο πυρήνας της κυπριακής αστικής τάξης, που δημιουργήθηκε κατά την περίοδο αυτή, έγινε φορέας της εθνικής ιδέας, που σταδιακά διαδόθηκε και στις υπόλοιπες κοινωνικές τάξεις.

 
Η αδυναμία του Σουλτάνου να ελέγξει τις επαρχίες έδωσε την ευκαιρία σε Έλληνες λαϊκούς να αναδειχθούν σε ισχυρούς πολιτικούς παράγοντες. Το πιο σημαντικό αξίωμα για τους ντόπιους Χριστιανούς ήταν εκείνο του Διερμηνέα ή «Δραγομάνου του Σαραγιού», ενός υπαλλήλου του κράτους, που αποτελούσε μέρος του οθωμανικού διοικητικού μηχανισμού. O πιο γνωστός Δραγομάνος ήταν ο Xατζηγεωργάκης Kορνέσιος, που έδρασε στην Kύπρο στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα.

Λόγω της κατάστασης, ο Χατζηγεωργάκης βρήκε πρόσφορο έδαφος για να επεκτείνει την εξουσία του. Ο πλούτος του ήταν παροιμιώδης, και στο κατάστιχο της περιουσίας του καταγράφονται αμέτρητα ακίνητα σε όλες τις πόλεις, χωράφια, περιβόλια, τσιφλίκια, ελαιώνες, νερόμυλοι, ακόμα και πλοία. Δείγμα του πλούτου του είναι η οικία του, που περιέχει ακριβά έπιπλα και εντυπωσιακούς χώρους και αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα αξιοθέατα της Λευκωσίας σήμερα.

 
Παρά τις αγαθοεργίες του, όπως την κατασκευή υδραγωγείου και την ίδρυση λεπροκομείου και σχολείων, ο Δραγομάνος έγινε στόχος εξέγερσης από Τούρκους, που θεωρούσαν ότι η μεγάλη του δύναμη αποτελούσε γι’ αυτούς πρόκληση. Η εξέγερση του 1804 σήμανε το τέλος της εξουσίας του, καθώς αναγκάστηκε να διαφύγει στην Κωνσταντινούπολη, όπου και εκτελέστηκε μερικά χρόνια αργότερα.

 
Για να ελέγξει την αυθαιρεσία των Διοικητών, ο Σουλτάνος προσπάθησε να χρησιμοποιήσει τους αρχιερείς ως αντιστάθμισμα στην απόλυτη εξουσία τους. Έτσι, τους διόρισε επιτρόπους των Ορθόδοξων της Κύπρου, με δικαίωμα να μεταβαίνουν στην Κωνσταντινούπολη και να καταγγέλλουν τις αυθαιρεσίες των διοικούντων ή να διαβιβάζουν αιτήματα του ποιμνίου τους.

 
Αυτή η αυξημένη πολιτική δύναμη της Εκκλησίας την οδήγησε, σε αρκετές περιπτώσεις, σε αντιπαράθεση με Οθωμανούς Διοικητές, όπως τον τυραννικό Ηaci Baki Ağa, που κατάφερε να διατηρήσει το αξίωμά του για έξι χρόνια, αλλά τελικά καθαιρέθηκε, μετά από ενέργειες των αρχιερέων, αλλά και των κατοίκων του νησιού.

 
H αυξημένη δύναμη της Eκκλησίας κατά τον 18ο αιώνα οδήγησε και σε πνευματική άνθηση, που εκφράστηκε με την ίδρυση σχολείων και τη χρηματοδότηση εκδόσεων. Την εποχή αυτή έδρασαν φωτισμένοι αρχιερείς, όπως ο Αρχιεπίσκοπος Φιλόθεος, που είχε διατελέσει δάσκαλος στην Κωνσταντινούπολη. Λίγο μετά την άνοδό του στον θρόνο, ο Φιλόθεος ίδρυσε Ελληνική Σχολή στη Λευκωσία, πρώτος διευθυντής της οποίας ήταν ο λόγιος, και μετέπειτα Πατριάρχης Ιεροσολύμων, Εφραίμ ο Αθηναίος.

 
Γενικότερα, η εποχή του Φιλοθέου και των διαδόχων του θεωρείται ως μια εποχή πνευματικής αναγέννησης της Eκκλησίας της Κύπρου. Δείγματά της αποτελούν η μελέτη του Αρχιεπισκόπου Φιλοθέου για το Αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Κύπρου και τα προνόμιά της, η διακόσμηση του καθεδρικού ναού του Αγίου Ιωάννη Λευκωσίας, αλλά και η ανακαίνιση της Μονής του Αποστόλου Βαρνάβα στην Αμμόχωστο. Το σημαντικότερο μνημείο της εποχής αυτής είναι ίσως η Ιστορία Χρονολογική, που εξέδωσε στη Βενετία το 1788 ο Αρχιμανδρίτης Κυπριανός, στην οποία έδινε πληθώρα πληροφοριών για την ιστορία του νησιού, με στόχο να γνωρίσει στους Κυπρίους το ιστορικό τους παρελθόν και να συμβάλει στην αυτογνωσία τους.

 
Τελευταίος εκπρόσωπος αυτής της ένδοξης περιόδου ήταν ένας άλλος Κυπριανός, ο οποίος είχε μεγαλεπήβολα σχέδια για την πνευματική αναγέννηση της Kύπρου, με πρότυπο τις Παραδουνάβιες Hγεμονίες, όπου είχε ζήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το 1812, δύο χρόνια μετά την άνοδό του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, ο Κυπριανός ίδρυσε Eλληνική Σχολή στη Λευκωσία, πρόδρομο του σημερινού Παγκυπρίου Γυμνασίου, στο ιδρυτικό έγγραφο της οποίας κατέθεσε το εκπολιτιστικό του πρόγραμμα, ενώ η διακόσμηση του μελανοδοχείου του, όπου ο ίδιος απεικονίζεται να ανασταίνει την πεσμένη Kύπρο, μας αποκαλύπτει την φιλόδοξη ιδεολογία του.

Παρόλα αυτά η εξουσία σ’ ένα δεσποτικό καθεστώς, όπως το οθωμανικό, ήταν άστατη και ευμετάβλητη, ιδιαίτερα σε μια περίοδο μετάβασης, όπως ήταν οι αρχές του 19ου αιώνα. Τα γεγονότα του 1821 συνέτριψαν τα όνειρα του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού και στέρησαν το νησί από έναν φωτισμένο ιεράρχη.

 
Αυτή ήταν στα οθωμανικά χρόνιαη Κύπρος:ένα νησί στην κατοχή μιας αυτοκρατορίας που βρισκόταν σε διαδικασία αποσύνθεσης. Η πολιτική ιστορία του τόπου την εποχή αυτή ήταν ένα παιχνίδι ισορροπιών ανάμεσα σε αυθαίρετους διοικητές, ξένους εμπόρους, και τοπικούς παράγοντες, Χριστιανούς και Μουσουλμάνους, που δρούσαν σ’ ένα περιβάλλον από το οποίο απουσίαζε ο έλεγχος μιας ισχυρής κεντρικής κυβέρνησης. Καθώς η κρατική εξουσία φάνταζε πολύ μακρινή, και οι αυθαιρεσίες των Διοικητών ολοένα και αυξάνονταν, οι κάτοικοι στράφηκαν για προστασία στην τοπική ηγεσία, αλλά και στα ευρωπαϊκά προξενεία, φορείς που απέκτησαν άνευ προηγουμένου δύναμη σ’ αυτά τα χρόνια.

 
Τελικά το όραμα του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού δεν πήγε χαμένο. Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, μια αναγεννημένη οθωμανική εξουσία επιχείρησε να περιορίσει τις αυθαιρεσίες, ενώ η Κυπριακή Εκκλησία, έχοντας σαν φάρο το έργο του, ενέτεινε τις εκπαιδευτικές της προσπάθειες και οδηγήθηκε σε μια νέα πνευματική αναγέννηση, θέτοντας τις βάσεις για την Κύπρο του 20ού αιώνα.

 
Αν. Καθηγητής Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου, Πέτρος Παπαπολυβίου, «Η Κύπρος στην Επανάσταση του ’21»

 
Δεν θα επιχειρήσω να περιγράψω τα προσωπικά μου συναισθήματα για την αποψινή εκδήλωση στο ΑΠΘ, όπου σπούδασα και έκανα τα πρώτα μου ερευνητικά βήματα, και στη Θεσσαλονίκη όπου μας φιλοξένησε πρόσφυγες για πολλά χρόνια μετά την τουρκική εισβολή του 1974. Ούτε θα αναφερθώ στους συναδέλφους και καλούς μου φίλους που βρίσκονται απόψε σε αυτή την αίθουσα, είτε ως ομιλητές είτε στο ακροατήριο. Θα ήθελα να μου επιτρέψετε, όμως, να κάνω μια ειδική μνεία στον καθηγητή μου Γιάννη Χασιώτη. Πέρα από τα τόσα που προσωπικά του οφείλω, είναι ένας από τους ακαδημαϊκούς δασκάλους που κράτησαν ζωντανούς και καρποφόρους τους δεσμούς που συνδέουν το ΑΠΘ με την Κύπρο και τις κυπρολογικές σπουδές.

 
Θα σταθώ μόνο σε μερικές γενικές διαπιστώσεις για το ζήτημα της κυπριακής συμβολής στην Ελληνική Επανάσταση. Η πρώτη παρατήρηση είναι ιστοριογραφική. Για 120 περίπου χρόνια μετά το 1821 το βάρος έπεφτε, σχεδόν αποκλειστικά, στη φρίκη των ιουλιανών σφαγών και στον απαγχονισμό του αρχιεπισκόπου Κυπριανού. Ο πρώτος που μελέτησε συστηματικά τα ελληνικά αρχεία και αντέγραψε εκατοντάδες έγγραφα για τη δράση Κυπρίων αγωνιστών στο 1821 ήταν ο λεμεσιανός Ροδίων Γεωργιάδης, απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, που ολοκλήρωσε τη μελέτη του το 1940. Δυστυχώς, τα έγγραφα που εντόπισε εκδόθηκαν μόλις το 2008. Στη διάρκεια της Κατοχής καταδικάστηκε για αντιστασιακή δράση και απεβίωσε κρατούμενος σε ναζιστικό στρατόπεδο, στη Γερμανία, τον Οκτώβριο του 1944. Στη δεκαετία του 1950, και στις παραμονές του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ οι μελέτες για τους Κύπριους αγωνιστές του 1821 πολλαπλασιάστηκαν, αλλά με έκδηλο «στρατευμένο» χαρακτήρα». Κύπριοι και Ελλαδίτες συγγραφείς επιχειρούσαν να απαντήσουν στην αποικιακή προπαγάνδα για τη «μη ελληνικότητα της Κύπρου», χωρίς να δίνουν μεγάλη ή καθόλου σημασία για την επιστημονική ακρίβεια των κειμένων τους. Τέλος, το 1971, στους εορτασμούς για τα 150 χρόνια από την Επανάσταση σημειώθηκε μια ακόμη βιβλιογραφική έκρηξη για το ίδιο κεφάλαιο.

Ως προς τους σκοπούς των Κυπρίων αγωνιστών είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικά τα τρία πρώτα κείμενά τους, οι δύο πρώιμες αιτήσεις (Ιούλιος και Οκτώβριος 1821) του Κυπριανού Θησέως προς τους προκρίτους της Ύδρας και το συλλογικό υπόμνημα (γνωστό ως «διακήρυξη των διασωθέντων Κυπρίων»), τουΔεκεμβρίου του ίδιου έτους. Ο Θησεύς ζητούσε χρηματοδότηση από την Ύδρα, με τη μορφή δανείου, για στρατολόγηση ανδρών και αγορά πυροβόλων και των άλλων χρειωδών για την οργάνωση εκστρατείας για απελευθέρωση της Κύπρου.Η μακρόχρονη συνέπεια των απελευθερωτικών αυτών σχεδίων, όσο ουτοπικά και εάν φαντάζουν σήμερα, και το ιστορικό βάθος στην υποβολή ανάλογων προτάσεων, δείχνει ότι οι υποβολείς τους, πέρα από την απελπισία τους και την (αφελή, τουλάχιστον για το 1821) ελπίδα τους στη βοήθεια των Υδραίων, και γενικότερα «του Γένους», πίστευαν στις πιθανότητες ευόδωσης των απελευθερωτικών προσπαθειών τους. Τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό με τους αντίστοιχους πρωτοπόρους οραματιστές της Επανάστασης του 1821 και της ελληνικής ελευθερίας.

Όταν διαπιστώθηκε ότι από την επαναστατημένη Ελλάδα ήταν αδύνατο να δοθεί βοήθεια οι Κύπριοι φυγάδες στράφηκαν στο εξωτερικό προς αναζήτηση χρηματοδότησης μέσω δανείου. Με προκήρυξη ομάδας επώνυμων φυγάδων του Δεκεμβρίου του 1821 καταγγέλλονταν οι σφαγές του καλοκαιριού του 1821 στο νησί τους και γινόταν έκκληση στις κυβερνήσεις των χριστιανικών λαών της Ευρώπης να βοηθήσουν τον αγώνα για την απελευθέρωση της Κύπρου. Τονιζόταν ότι οι τραγικές σκηνές του Ιουλίου του 1821 είχαν ισχυροποιήσει ηθικά τους απελευθερωτικούς πόθους των νησιωτών και τον αγώνα για την ελευθερία, «συμφώνως με τους λοιπούς αδελφούς ημών έλληνας». Είναι μια απόπειρα «διεθνοποίησης» της συστράτευσης των Κυπρίων στον κοινό ελληνικό αγώνα και στη μέχρι τώρα κυπριακή βιβλιογραφία έχει επισημανθεί ότι ουσιαστικά πρόκειται για τον πρώτο επίσημο υπαινιγμό στο αίτημα των Ελλήνων Κυπρίων για ένωση με την Ελλάδα, ή ακριβολογώντας, «με τους λοιπούς αδελφούς ημών Έλληνας».

Μετά τον Δεκέμβριο του 1821 οι κύριες απελευθερωτικές προσπάθειες της ηγετικής ομάδας των Κυπρίων φυγάδων, στην επαναστατημένη Ελλάδα και στην Ευρώπη, εκφράστηκαν σε δύο επίπεδα: στις προσπάθειες σύναψης του «κυπριακού δανείου» και,παράλληλα, στα επίμονα σχέδια του Χαράλαμπου Μάλη για οργάνωση εκστρατείας στην Κύπρο. Στην υπόθεση του δανείου, στο Λονδίνο, πρωταγωνίστησαν από κυπριακής πλευράς δύο κληρικοί,ο έξαρχος της Αρχιεπισκοπής Ιωαννίκιος και ο αρχιμανδρίτης Θεόφιλος Θησεύς. Το «κυπριακά δάνειο», κατέληξε σε φιάσκο, μολονότι εκτός από χρηματιστές και επίδοξους πιστωτές είχε εξευρεθεί και ο ηγέτης για την εκστρατεία στην Κύπρο, ο Μαυροβούνιος στρατηγός deWintz. Βασική αιτία της παταγώδους αποτυχίας του «δανείου της Κύπρου», ύψους 800.000 λιρών, ήταν η σύμπτωση της παρουσίας στο Λονδίνο της επίσημης αντιπροσωπείας των Ελλήνων επαναστατών για τη σύναψη των «δανείων της ανεξαρτησίας». Ακολούθησε, πάλι ανεπιτυχώς, ένα νεότερο, επίσης τραγελαφικών διαστάσεων, σχετικά άγνωστο κυπριακό επεισόδιο των προσπαθειών εξεύρεσης χρηματοδότησης, οι διαπραγματεύσεις με τους εκπροσώπους των Ιωαννιτών ιπποτών στο Παρίσι.

Παράλληλα, κατά το 1824-1826 Κύπριοι αγωνιστές, που ζούσαν στο Ναύπλιο,και κυρίως ο Χαράλαμπος Μάλης, προσπάθησαν να πείσουν τη διοίκηση των επαναστατημένων Ελλήνων για οργάνωση απελευθερωτικής εκστρατείας στην Κύπρο και στον Λίβανο. Τα σχέδια του Μάλη δεν υλοποιήθηκαν, όμως την ιδέα εγκολπώθηκαν και την πραγματοποίησαν, χωρίς την άδεια της επαναστατικής διοίκησης, με μια αμφιλεγόμενη εκστρατεία, τον Μάρτιο του 1826, οι Νικόλαος Κριεζιώτης, Βάσος Μαυροβουνιώτης και Χατζημιχάλης Νταλιάνης. Ασχέτως των κινήτρων των κατά τα άλλα ηρωικών αγωνιστών, και της έντονης αποδοκιμασίας τους από τον Χαράλαμπο Μάλη, η εκστρατεία στην Κύπρο και στον Λίβανο εξελίχθηκε σε πειρατική αποστολή λεηλασίας, χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα, παρότι σε αυτήν μετείχανεκατοντάδες άνδρες,με δώδεκα πλοία.

Ως προς τον ρόλο των Κυπρίων αγωνιστών στην Επανάσταση,στη συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν απλοί και ανώνυμοι. Ο αριθμός τους υπολογίζεται τουλάχιστον σε πεντακόσιους. Δεν θα απαριθμήσουμε εδώ τους πιο διακριθέντες ή τους πιο γνωστούς Κυπρίους του 1821, αξίζει όμως να επισημανθεί ότι αγωνιστές από την Κύπρο εντοπίζονται από τις μάχες στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες και τον Ιερό Λόχο του Αλέξανδρου Υψηλάντη, μέχρι και τη μάχη της Πέτρας, τον Σεπτέμβριο του 1829. Πιο σημαντικόΚύπριο αγωνιστή θεωρώτονφιλικό Χαράλαμπο Μάλη, από τη Λάρνακα, δάσκαλο στην Κωνσταντινούπολη, πρώην γραμματέα του Κύπριου πατριάρχη Αντιοχείας Ανθεμίου, 39 χρονών το 1821. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Γρηγόριο Δικαίο, τον κατοπινό Παπαφλέσσα, τον οποίο ακολούθησε στην Πελοπόννησο στα τέλη του 1820. Σε ανέκδοτο αυτοβιογραφικό του σημείωμα του 1837 ο Μάλης αναφέρει ότι από το 1819 ήταν «γραμματεύς εξ Απορρήτων» της Φιλικής Εταιρείας, ενώ πήρε μέρος στην κρίσιμη σύσκεψη των Φιλικών υπό τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, στο Ισμαήλι της Βεσσαραβίας. Η παρουσία του Μάλη στο Ισμαήλι μας επιτρέπει την υπόθεση για ενδεχόμενη ανάμειξή του στη συγγραφή του ΙΕ΄ άρθρου του «Γενικού Σχεδίου» της Φιλικής Εταιρείας για την Επανάσταση. Το συγκεκριμένο άρθρο ήταν αφιερωμένο αποκλειστικά στη συνδρομή της Κύπρου (του μόνου νησιού που αναφερόταν αναλυτικά στο «Γενικόν Σχέδιον»). Εκεί γινόταν λόγος στην υποσχεθείσα βοήθεια από τον αρχιεπίσκοπο Κυπριανό και στην ανάγκη του «να διαφυλάξη το ποίμνιόν του από τους κατοίκους εκεί εχθρούς».

Μετά την Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, όταν συστάθηκε η Προσωρινή διοίκηση, τον Φεβρουάριο – Μάρτιο του 1822 ο Μάλης διορίστηκε γενικός γραμματεύς του «Μινιστερίου της Θρησκείας», σε ένα από τα οκτώ συσταθέντα «υπουργεία». Λίγες βδομάδες αργότερα, τον Απρίλιο του 1822, του ανατέθηκαν και τα καθήκοντα του γραμματέως στο αντίστοιχο «Μινιστέριον του Δικαίου». «Μινίστρος» και στα δύο υπουργεία ήταν ο επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ. Διατήρησε τα καθήκοντά του μέχρι τον Ιούλιο του 1824. Όπως όλων των πρώτων ανώτερων διοικητικών υπαλλήλων και στελεχών, η προσφορά του στην Επανάσταση ήταν θεμελιώδης και ανυπολόγιστη.

Ο Μάλης ήταν ένας από τους τρεις Κυπρίους που ανέλαβαν να προωθήσουν στον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια το υπόμνημα της κυπριακής ηγεσίας του Αυγούστου 1828, το οποίο αποτελεί την κορύφωση των αιτημάτων τους στα επαναστατικά χρόνια. Το υπόμνημα υπέγραφαν ο αρχιεπίσκοπος Πανάρετος, οι μητροπολίτες Πάφου, Κιτίου και Κυρηνείας, και εννιά άλλα πρόσωπα, κληρικοί, πρόκριτοι και λόγιοι του νησιού. Τα αιτήματα είναι συγκεκριμένα και η κατάσταση στην Κύπρο παρουσιάζεται με μελανά χρώματα. Διαβάζω:

Ενώ συγχαίρομεν την κοινήν μας μητέρα Ελλάδα, η οποία μετά τοσούτους αγώνας βλέπει σήμερον εις το κλεινόν της έδαφος στεφανωμένας τας πράξεις της επάνω εις το υποκείμενον του αποδεδειγμένου αξιωτέρου και ενδοξοτέρου τέκνου της, παρασταίνομεν και ημείς οι τριτάλανες την αξιοθρήνητόν μας κατάστασιν έμπροσθεν της φιλανθρωπίας Σου.

Εξοχώτατε! Ότι το κοινόν μας ανίδεον των πραγμάτων ευρέθη ανέτοιμον εν καιρώ πρέποντι και ότι η φυγή του εστάθη εν χειμώνι χαλεπώ και εν Σαββάτω, είναι εις όλον τον κόσμον γνωστόν, καθώς και αι τραγικαί συμφοραί μας μετά ταύτα, και η παντελής στέρησις όλων γενικώς των φυσικών δικαιωμάτων της τιμής, της ουσίας και της υπάρξεως του ανθρώπου.

Όταν ο άνθρωπος φθάση εις τοιαύτην απελπισίαν, γίνεται τρομερός. Αλλά τις δεν εξεύρει την θέσιν της νήσου μας ή την πληθύν των κυκλούντων αυτήν οποία και οπόση; Η φρόνησις δεν υπηγόρευε παρά την εξ ύψους βοήθειαν να ελπίζωμεν και την αντίληψιν των αδελφών μας Ελλήνων, μείναντες άοπλοι και δυστυχείς και μη συγχωρούμενοι να ανανήψωμεν.

 
Και ακολουθεί η δραματική έκκληση:

Εξοχώτατε,

Έχεις το δυνατόν και το εύκολον. Δυνατόν μεν διότι έχεις φίλους και βοηθούς τας κραταιάς και χριστιανικάς της Ευρώπης Δυνάμεις· εύκολον δε διότι έχεις τον φωτισμόν του Θεού να εξευρίσκης πόρον εις τα άπορα.

 
Το Φθινόπωρο του 1828, βέβαια, ο Καποδίστριας ήταν αδύνατο να υποστηρίξει την κυπριακή αξίωση, πέρα από μια ακόμη ονομαστική αναφορά στα ελληνικά δίκαια και επί της Κύπρου. Τον Οκτώβριο του 1828 γράφοντας προς τους Πρέσβεις των Δυνάμεων που συνεδρίαζαν στον Πόρο τόνισε, χωρίς όμως περαιτέρω διεκδικήσεις:

Όσον δε περί των Νήσων, και η ιστορία και τα μνημεία της αρχαιότητος, όλα εν ενί λόγω επιμαρτυρούσιν, ότι η Ρόδος, Κύπρος και τόσαι άλλαι ακόμη [νήσοι] είναι της Ελλάδος διαμελίσματα.

 
Προσπάθησα να περιγράψω, πολύ συνοπτικά και σε γενικές γραμμές, τη συμβολή της Κύπρου στο 1821. Χωρίς να παραβλέπω τις χιλιάδες παράλληλες ιστορίες: αγωνιστών, φυγάδων, σφαγιασθέντων, εξισλαμισθέντων και λησμονηθέντων. Ως προς το ερώτημα, όχι πάντα καλοπροαίρετο, «γιατί πολεμούσαν οι Κύπριοι το 1821», την απάντηση δίνει πειστικάη αναφορά των Κυπριανού Θησέως, Χαράλαμπου Μάλη, Κυπρίδημου Γεωργιάδη, Γεώργιου Δ. Οικονομίδη και Δημήτριου Δ. Οικονομίδη προς το Εκτελεστικό Σώμα, τον Απρίλιο του 1825:

Σεβαστή Διοίκησις· ημείς εχάσαμεν μαζί με την πατρίδα και τας οικίας μας! Είδομεν τους συγγενείς μας εσφαγμένους και ενταύθα απ’ αρχής του ιερού αγώνος αγωνιζόμενοι, τρέφομεν αυτάς τας ελπίδας να ανακτήσωμεν την πατρίδα ελευθέραν! (…) Με την πολυχρόνιον εις την Ελλάδα επιμονήν μας και κόπους μας, εδείξαμεν ότι δεν αποβλέπομεν παρά εις την ωφέλειαν του κοινού της Ελλάδος και πάσχωμεν διά την ελευθερίαν της πατρίδος μας.

 
Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας!

Η ανακοίνωση αρχικά θα παρουσιάσει τα σημαντικότερα «πολιτικά κείμενα» της ηγετικής ομάδας των Κυπρίων αγωνιστών, τις δύο πρώιμες αιτήσεις (Ιούλιος και Οκτώβριος 1821) του Κυπριανού Θησέως προς τους προκρίτους της Ύδρας και το συλλογικό υπόμνημα (γνωστό ως «διακήρυξη των διασωθέντων Κυπρίων»), χρονολογημένο τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Από την Ύδρα οι Κύπριοι αγωνιστές ζήτησαν χρηματοδότηση για στρατολόγηση ανδρών και αγορά πυροβόλων και των άλλων χρειωδών για την οργάνωση εκστρατείας για απελευθέρωση της Κύπρου.

Όταν διαπιστώθηκε ότι από την επαναστατημένη Ελλάδα ήταν αδύνατο να δοθεί βοήθεια οι Κύπριοι φυγάδες στράφηκαν στο εξωτερικό προς αναζήτηση χρηματοδότησης μέσω δανείου. Με την προκήρυξη («διακήρυξη» όπως πέρασε στην κυπρολογική βιβλιογραφία) ομάδας επώνυμων φυγάδων («διασωθέντων») του Δεκεμβρίου του 1821 καταγγέλλονταν οι σφαγές του καλοκαιριού του 1821 στο νησί τους και γινόταν έκκληση στις κυβερνήσεις των χριστιανικών λαών της Ευρώπης να βοηθήσουν τον αγώνα για την απελευθέρωση της Κύπρου. Τονιζόταν ότι οι τραγικές σκηνές του Ιουλίου του 1821 είχαν ισχυροποιήσει ηθικά τους απελευθερωτικούς πόθους των νησιωτών και τον αγώνα για την ελευθερία, «συμφώνως με τους λοιπούς αδελφούς ημών έλληνας». Είναι μια απόπειρα «διεθνοποίησης» της συστράτευσης των Κυπρίων στον κοινό ελληνικό αγώνα και στη μέχρι τώρα κυπριακή βιβλιογραφία έχει επισημανθεί ότι ουσιαστικά πρόκειται για τον πρώτο επίσημο υπαινιγμό στο αίτημα των Ελλήνων Κυπρίων για ένωση με την Ελλάδα, ή ακριβολογώντας, «με τους λοιπούς αδελφούς ημών Έλληνας».

Μετά τον Δεκέμβριο του 1821 οι κύριες απελευθερωτικές προσπάθειες της ηγετικής ομάδας των Κυπρίων φυγάδων, στην επαναστατημένη Ελλάδα και στην Ευρώπη, διακρίνονται σε δύο άξονες: στις προσπάθειες σύναψης του «κυπριακού δανείου» και,παράλληλα, στα επίμονα σχέδια του Χαράλαμπου Μάλη για οργάνωση εκστρατείας στην Κύπρο. Στην υπόθεση του δανείου, στο Λονδίνο, πρωταγωνίστησαν από κυπριακής πλευράς δύο κληρικοί ο έξαρχος της Αρχιεπισκοπής Ιωαννίκιος και ο αρχιμαδρίτης Θεόφιλος Θησεύς. Το «κυπριακά δάνειο», κατέληξε σε φιάσκο, μολονότι εκτός από χρηματιστές και επίδοξους πιστωτές είχε εξευρεθεί και ο «ιδανικός ηγέτης» για την εκστρατεία στην Κύπρο, ο Μαυροβούνιος στρατηγός των Ναπολεοντείων πολέμων DemetriusdeWintz ο οποίος, συν τοις άλλοις, είχε παρουσιάσει και πλήρες σχέδιο αγοράς πολεμικών πλοίων, αποστολής στρατού και «κινητών φρουρίων» στην επαναστατημένη Ελλάδα. Ακολούθησε ένα νεότερο, επίσης τραφελαφικών διαστάσεων και πτυχών, σχετικά άγνωστο κυπριακό επεισόδιο των προσπαθειών εξεύρεσης χρηματοδότησης, οι διαπραγματεύσεις με τους εκπροσώπους των Ιωαννιτών ιπποτών στο Παρίσι.

Παράλληλα, κατά το 1824-1826 Κύπριοι αγωνιστές που είχαν έδρα στο Ναύπλιο προσπάθησαν να πείσουν τη διοίκηση των επαναστατημένων Ελλήνων για οργάνωση απελευθερωτικής εκστρατείας στην Κύπρο και στον Λίβανο. Η εκστρατεία φάνηκε ότι θα γινόταν τελικά την ανέλαβαν χωρίς την άδεια της διοίκησης το 1826 «σχολάζοντες οπλαρχηγοί» που ουσιαστικά έκαναν πειρατική εκστρατεία. Ο κύκλος των υπομνημάτων έκλεισε τον Αύγουστο του 1828 με δύο εκκλήσεις προς τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, απότοκο των μεγάλων προσδοκιών που είχε γεννήσει και στην Κύπρο η άφιξη του Κερκυραίου πολιτικού στην Ελλάδα.

Τέλος, θα γίνει μια πολύ γενική αναφορά στη συμμετοχή Κυπρίων αγωνιστών στην Επανάσταση και στον ρόλο των πιο σημαντικών από αυτούς, ειδικά του φιλικού Χαράλαμπου Μάλη.

 
Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ, Ιωάννης Στεφανίδης, «Εισαγωγικές παρατηρήσεις»

 
Στοιχεία για την προεπαναστατική, τουρκοκρατούμενη Κύπρο

Παρά το γεγονός ότι η Κύπρος έχει επανειλημμένα βρεθεί στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης στην Ελλάδα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ιστορία της μεγαλονήσου, ιδίως οι μακροί αιώνες ξένης κυριαρχίας, παραμένουν για το ευρύτερο κοινό terraincognita. Πρόθεσή μου είναι, προτού περάσουμε στις εισηγήσεις των διακεκριμένων συναδέλφων μου, μελετητών του κυπριακού παρελθόντος, να παρουσιάσω κάποια στοιχεία που επιτρέπουν, ίσως, να σχηματίσουμε μια εικόνα για την τουρκοκρατούμενη Κύπρο έως τις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης.

Ξεκινώντας από το καθεστώς διοίκησης, ας αναφερθεί ότι το 1670η Κύπρος έπαψε να αποτελεί ιδιαίτερο πασαλίκι για να υπαχθεί υπήχθη, όπως και η Ρόδος και τα νησιά του Αιγαίου, στη διοίκηση του Καπουδάν Πασά, κατόπιν του Μεγάλου Βεζύρη, για να επανέλθει στη δικαιοδοσία του επικεφαλής του στόλου το 1785. Στην πράξη, τη διοίκηση ασκούσε υποδιοικητής (mütesellim), ο οποίοςσυγκέντρωνε στο πρόσωπό του και το αξίωμα του υπεύθυνου για τη συλλογή των φόρων (muhassil)και τη διατήρηση της τάξης.Το αξίωμα αυτό ήταν αργυρώνητο, δηλαδή πήγαινε στον πλειοδότη, ο οποίος μέσα σε 1-2 χρόνια έπρεπε να αντισταθμίσει τα έξοδά του και να βγάλει και κέρδος. Αυτό το πετύχαινε μέσω της υπερφορολόγησης των κατοίκων. Έπρεπε επίσης να διαβουλεύεται με τους τέσσερις αγάδες που μετείχαν στο Διβάνι (Συμβούλιο) της Λευκωσίας, αλλά και με τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου, καθώς και τον (χριστιανό) Δραγουμάνο του Σεραγιού. Η θητεία όλων αυτών κατά κανόνα υπερέβαινε εκείνη του υποδιοικητή.

Η θέση της Εκκλησίας και του Αρχιεπισκόπου Κύπρου αναβαθμίστηκεσημαντικά σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο, στο μέτρο που οι Οθωμανοί φρόντισαν να εξαλείψουν την Καθολική Εκκλησία, η οποία είχε ταυτιστεί με τους προκατόχους τους, Λουζινιάν και Ενετούς. Το Πατριαρχείο Κων/πόλεως επανεπιβεβαίωσε το αυτοκέφαλο και τις προνομίες της Εκκλησίας του Αγίου Βαρνάβα. Και στη μεγαλόνησο, όπως και στην υπόλοιπη Αυτοκρατορία, η Εκκλησία ανέλαβε πολυεπίπεδη αποστολή. Ο προκαθήμενός της ήταν υπεύθυνος όχι μόνο για τα θρησκευτικά αλλά και για τα δημοσιονομικά, εκπαιδευτικά και νομικά ζητήματα των ραγιάδων.Επιπλέον, έως τα μέσα του 17ου αιώνα, παγιώθηκε ο ρόλος τουΑρχιεπισκόπου ως ανώτατουπολιτικούεκπροσώπουτης κοινότητας των Ρωμαίων (milletbaşi). Αυτό σήμαινε ότι, εκτός από την ευθύνη για την όποια συμπεριφορά τους, είχε και το δικαίωμα προσφυγής προς τον σουλτάνο για λογαριασμό του ποιμνίου του, ιδίως σε θέματα (κακο)διοίκησης και (υπερ)φορολόγησης.

Στα εκκλησιαστικά καθήκοντά του, τον Αρχιεπίσκοπο επικουρούσε ηΙερά Σύνοδος, απαρτιζόμενη από τους μητροπολίτες Πάφου, Κιτίου και Κυρηνείας. Στους μητροπολίτες αυτούς αναγνωριζόταν η ιδιότητα του kocabaşi. Η Εκκλησία είχε την ευθύνη να κατανέμει και να συλλέγει τους φόρους των ραγιάδων, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων κατέληγε στον Οθωμανό διοικητή.Εκτιμούσε το ποσό που όφειλε κάθε οικισμός, με βάση τον αριθμό και τις δυνατότητες των κατοίκων. Εν συνεχεία, άνθρωποι της Εκκλησίας, οι γραμματικοί, συνέλεγαν τους φόρους, εν ανάγκη με τη συνδρομή Γενιτσάρων, και τους κατέθεταν στο εκκλησιαστικό ταμείο. Η Εκκλησία είχε τη δυνατότητα να απαλλάσσει ή να ενισχύει όσους βρίσκονταν σε αδυναμία πληρωμής, το βάρος όμως μετακυλιόταν στους υπόλοιπους φορολογούμενους, αφού το ύψος του φόρου έμενε σταθερό. Τέλος, σε δύσκολες εποχές ή για την αντιμετώπιση έκτακτης φορολογίας, η Εκκλησία σύναπτε δάνεια. Το ίδιο έπρατταν και πολλοί φορολογούμενοι, αφού οι ποινές για τη μη καταβολή φόρου ήταν εξοντωτικές. Οι δανειστές ήταν κυρίως έμποροι, εγκατεστημένοι στις σημαντικότερες πόλεις, όπως η Λευκωσία και το κυριότερο επίνειο του νησιού, η Λάρνακα. Οι πλείστοι εξ αυτώνείχαν την υπηκοότητα ευρωπαϊκών κρατών και ευημερούσαν χάρη στις Διομολογήσεις.Από τις τάξεις τους διορίζονταν οι πρόξενοι κρατώντης Ευρώπης – και αργότερα των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής.Με καταγωγή συχνά από τα Επτάνησα και άλλες ελληνικές χώρες, η εύπορη αυτή τάξη συνέβαλλε καθοριστικά στη διαιώνιση της μάστιγας της τοκογλυφίας. Ενδεικτικά, όταν ανήλθε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, το 1810, ο οργανωτικός Κυπριανός υπολόγισε το χρέος της Εκκλησίας προς Ευρωπαίους εμπόρους και τον (Κύπριο) Δραγουμάνο του Σαραγιού στα 3.285.870 πιάστρα ή £410,730 (περίπου σημερινά €29 εκατομμύρια ή 82.000 κεφάλια βοοειδών).

Στο πεδίο της απονομής δικαιοσύνης, ηεκκλησιαστική δικαιοδοσία εκτεινόταν σε υποθέσεις οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου των ορθόδοξων χριστιανών. Τέλος, στον τομέα της εκπαίδευσης, έπειτα από μια μακρά περίοδο παραμέλησης των γραμμάτων, ο αρχιεπίσκοπος Φιλόθεος ίδρυσε σχολείο στη Λευκωσία, το Ελληνομουσείον (1742). Η λειτουργία του, όμως, ατόνησε μετά το 1761 και εν τέλει διακόπηκε εξαιτίας των ραδιουργιών ομοθρήσκων. Το 1812, ένας άλλος πεφωτισμένος αρχιεπίσκοπος, ο Κυπριανός, συνέστησε το Ελληνικόν Σχολείον, πρόδρομο του Παγκυπρίου Γυμνασίου.

Ιδιαίτερης μνείας χρήσει ένας άλλος θεσμός της οθωμανικής Κύπρου, ο χριστιανός Δραγουμάνος του Σεραγιού (διερμηνέας του κυβερνείου). Κατά κανόνα, αρμόδια για τον διορισμό του ήταν η Ιερά Σύνοδος. Ο ίδιος λειτουργούσε ως μεσάζων ανάμεσα στον διοικητή και τους ραγιάδες. Σταδιακά, απέκτησε μεγάλη επιρροή και ανάλογες απολαβές. Διαχειριζόταν τα οικονομικά του νησιού, και ειδικότερα την κατανομή των φόρων, την απογραφή των φορολογουμένων υπηκόων, αλλά και την πληρωμή των Γενιτσάρων. Όπως ο Αρχιεπίσκοπο, και αυτός διέθετε απευθείας πρόσβαση τόσο στον διοικητή όσο και στην Υψηλή Πύλη. Σύμφωνα με την περιγραφή Καταλανού τυχοδιώκτη που επισκέφτηκε το νησίστις αρχές του 19ου αιώνα, ο Δραγουμάνος «είχε καταστεί η κύρια πολιτική αρχή: Έχει θέση και προνομίες πρίγκιπα της (χριστιανικής) κοινότητας, επειδή ο Τούρκος διοικητής δεν μπορεί να κάνει τίποτα σε έναν ραγιά χωρίς τη συμμετοχή και την παρουσία του Δραγουμάνου, ο οποίος έχει επίσης επιφορτιστεί με το καθήκον να υποβάλει στον Σουλτάνο τις επιθυμίες των ομοθρήσκων του χριστιανών». Ωστόσο, το 1809, έπειτα από τον αποκεφαλισμό του δραγουμάνου ΧατζηγεωργάκηΚορνέσιου στην Κωνσταντινούπολη, το αξίωμα αυτό, που απονεμόταν πλέον από την Πύλη, παρήκμασε, για να καταργηθεί μετά τις εκκαθαρίσεις του 1821.

Από τα προεκτεθέντα αναδεικνύεται ως κεντρικό ζήτημα της προεπαναστατικής Κύπρου η φορολογική μεταχείριση των κατοίκων της. Άλλωστε, μία πολύ βασική αιτία των εξεγέρσεων και επαναστάσεων της νεότερης εποχής στάθηκε η νομιμοποίηση του κράτους να επιβάλλει και να εισπράττει φόρους.

Στην τουρκοκρατούμενη Κύπρο, αρχικά, φόρους πλήρωναν μόνον οι ενήλικοι άνδρες του μη μουσουλμανικού πληθυσμού. Ως προς το είδος των φόρων, οι συνηθέστεροι ήταν η δεκάτη (που μπορούσε να κυμαίνεται μεταξύ του 1/3 και του 1/10 της παραγωγής), ως αντάλλαγμα για την καλλιέργεια της γης που τυπικά ανήκε στον Σουλτάνο. Όσοι αποκτούσαν ακίνητη περιουσία πλήρωναν και φόρο έγγειας ιδιοκτησίας (βεργί). Το χαράτσι, το οποίο συχνά ταυτίζεται με τον κεφαλικό φόρο,αντιστοιχούσε στην απαλλαγή των ραγιάδων από την υποχρέωση στρατιωτικής υπηρεσίας. Αναφέρεται και ο φόρος nuzul, ο οποίος κλιμακωνόταν ανάλογα με την κοινωνική θέση του υπόχρεου. Φόροι επιβάλλονταν και σε διάφορα είδη, ιδίως πρώτης ανάγκης, όπως στο αλάτι, αλλά και έκτακτοι φόροι, κυρίως για την κάλυψη των εξόδων του διοικητή (maishet)ή στρατευμάτων που αποστέλλονταν στο νησί σε ταραγμένες εποχές. Σύμφωνα με τον ηγούμενο GiovanniMariti, πρόξενο της Τοσκάνης (1760-67), καμιά από τις κτήσεις του Σουλτάνου δεν υφίστατο τόσο βαριά φορολόγηση, όσο η ατυχής μεγαλόνησος.

Ήταν τόσο υψηλές οι δημοσιονομικές απαιτήσεις της οθωμανικής διοίκησης, ώστε να χρειαστεί η επέκταση της φορολόγησης και στον μουσουλμανικό πληθυσμό (τουλάχιστον από το 1764). Αν και η μερίδα του λέοντος εξακολούθησε να βαραίνει τους ραγιάδες σε αναλογία 3-4 προς 1, είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των στάσεων και των ταραχών από τα μέσα του 17ου έως τις αρχές του 19ου αιώνα προήλθε από το μουσουλμανικό στοιχείο (1665, 1683-90, 1712, 1764, 1765, 1804). Κάποτε, η ληστρική εκμετάλλευση εκ μέρους διοικητών, με ακραία παραδείγματα τον Τσιλ Οσμάν Αγά (-1764) και τον αυτόχθονα Χατζή Μπακί Αγά (1775-83), θα ένωνε Τούρκους και ραγιάδες στη δυστυχία τους, ιδίως από τη στιγμή που κάποιος, όπως ο Μπακί, επιχειρούσε να αντικαταστήσει την εκκλησιαστική ιεραρχία του νησιού με δικά του υποχείρια. Το 1804, σημειώθηκε η πιο σοβαρή, ίσως, εξέγερση του μουσουλμανικού στοιχείου που στράφηκε συλλήβδην εναντίον του διοικητή, του Αρχιεπισκόπου (του υπέργηρου Χρύσανθου) και του Δραγουμάνου (του Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου, ίσως του πλουσιότερου ανθρώπου στο νησί).

Την εικόνα των χριστιανών ραγιάδων ως νομιμοφρόνων και ειρηνικών υπηκόων, εν αντιθέσει με τη στασιαστική συμπεριφορά των μουσουλμάνων επιβεβαιώνει το σουλτανικό διάταγμα αφοπλισμού που εκδόθηκε μετά την έκρηξη της Επανάστασης στον Μοριά: «Τους κώδικας ημών εξετάσαντες, ουδέποτε εύρομεν, αφ’ ης εποχής περιήλθεν υπό την ημετέραν κυριότητα η νήσος αύτη, τους Χριστιανούς του τόπου τούτου ενοχοποιηθέντας εις το παραμικρόν κατά του Δοβλετίου ημών, αλλ’ απ’ εναντίας, αποστατησάντων των Τούρκων κατά τινας περιστάσεις, ηνώθησαν ούτοι μετά των νικηφόρων στρατευμάτων ημών και συνετέλεσαν προθύμως εις την κατατρόπωσιν και την υποταγήν των αποστατών».

Το ζήτημα της υπερφορολόγησης παρουσιάζει και μια ακόμα αξιομνημόνευτη διάσταση, στο μέτρο που διαχρονικά ωθούσε μια μερίδα των ραγιάδων να ασπαστούν το Ισλάμ. Πολλές οικογένειες διατήρησαν, ωστόσο, τους δεσμούς με την προηγούμενη θρησκεία, παραμένοντας κρυπτοχριστιανοί («λινοβάμβακοι»). Φυσικά, οι αρχές φρόντιζαν να μη λάβει το φαινόμενο μαζικές διαστάσεις, καθώς, όπως μαρτυρά Ευρωπαίος περιηγητής του 17ου αιώνα, ο εξισλαμισμός των ραγιάδων μείωνε δραστικά τα φορολογικά έσοδα. Σύμφωνα με άλλη μαρτυρία, του 1815, «[Π]ολλοί (Κύπριοι) που δηλώνουν μουσουλμάνοι είναι στην πραγματικότητα Γραικοί και τηρούν όλες τις πολυάριθμες νηστείες της Εκκλησίας. Όλοι πίνουν κρασί αβέρτα και πολλοί τρώνε χοιρινό ανενδοίαστα (αλλά) στα κρυφά, πράγμα αδιανόητο για Τούρκο». Επιπλέον, οι περισσότεροι διατήρησαν την ελληνική γλώσσα, αλλά και τα παλαιά ονόματα των κοινοτήτων τους, πολλά από αυτά προς τιμήν χριστιανών αγίων.

Τέλος, θα ήταν χρήσιμη μια αναφορά στον πληθυσμό του νησιού μέχρι τα ζοφερά γεγονότα του 1821. Από περίπου 200.000 ψυχές τις παραμονές της οθωμανικής κατάκτησης (1571), ο πληθυσμός της Κύπρου εμφανίζεται να μη ξεπερνά τις 90.000 στη διάρκεια του 18ου αιώνα. Αυτό ήταν αποτέλεσμα των πολεμικών γεγονότων του 1571, αλλά και της επιδείνωσης των γενικότερων συνθηκών στο νησί και της κακοδιοίκησης, που συντηρούσαν, με μικρά διαλείμματα (περίπτωση Αμπού Μπακρ Πασά, 1746-8), το μεταναστευτικό ρεύμα αμείωτο, τουλάχιστον μέχρι την εποχή των μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ, το 1839. Χαρακτηριστική είναι η εικόνα που σκιαγραφεί ο Βρετανός ιστορικός GeorgeHill, σύμφωνα με τον οποίον «η ιστορία της Κύπρου κατά τον πρώτο περίπου αιώνα από την τουρκική κατάκτηση δεν είναι παρά ένα χρονικό από λοιμούς, σμήνη ακρίδων, ξηρασίες, λιμούς και σεισμούς» (δεν αναφέρονται καταποντισμοί). Οι επανειλημμένες απόπειρες της Πύλης να επαναφέρει μέρος τουλάχιστον των φυγάδων και να εγκαταστήσει πληθυσμούς από άλλες περιοχές της Αυτοκρατορίας σημείωσαν περιορισμένη επιτυχία.

Ακριβείς αριθμοί δεν υπάρχουν, καθώς οι οθωμανικές αρχές, με τη συνδρομή των κοινοτικών αρχών του νησιού, απέγραφαν μόνο τους υπόχρεους προς φορολόγηση υπηκόους.Το 1766, περί τους 10.000 ραγιάδες και 5-6.000 μουσουλμάνοι κλήθηκαν να επωμιστούν το οικονομικό βάρος από την παρουσία σουλτανικών δυνάμεων που είχαν σταλεί για να απαλλάξουν το νησί από την τυραννική και ληστρική διοίκηση του Τσιλ Οσμάν. Οι αριθμοί αυτοί χονδρικά αντιστοιχούν σε συνολικό πληθυσμό 65.000 κατοίκων. Την εποχή που εξερράγη η Ελληνική Επανάσταση,γίνεται λόγος για 90.000, αριθμός που εν συνεχεία έπεσε στις 60-70.000, σε ένα νησί που, σύμφωνα με την εκτίμηση του Γάλλου προξένου, μπορούσε να θρέψει ένα εκατομμύριο κατοίκων.

Info photo

Ο Πρύτανης του ΑΠΘ, Καθηγητής Νικόλαος Γ. Παπαϊωάννου

O Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκος Αναστασιάδης

Ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου, Καθηγητής Τάσος Χριστοφίδης

Στιγμιότυπο από την εκδήλωση

Σχετικά Άρθρα