Η έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού στερείται επαρκούς τεκμηρίωσης για εναλλακτικές πολιτικές

Στα 113 δις ευρώ  οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις φορολογούμενων

 
-Το συνολικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο στο τέλος του Ιανουαρίου του 2022, διαμορφώθηκε στα 113 δις ευρώ, αυξημένο κατά 4,1 δις ευρώ σε σχέση με τον Ιανουάριο του 2021

-Το σύνολο των ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών οφειλών στο τέλος του 2021 διαμορφώθηκε στα 41 δις ευρώ, δηλαδή παρουσίασε αύξηση κατά 2,2 δις ευρώ σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο

-Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του δημοσίου προς τους ιδιώτες αυξήθηκαν κατά 89 εκατ. ευρώ φτάνοντας τα 1.467 εκατ. ευρώ και οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων αυξήθηκαν κατά 197 εκατ. ευρώ φτάνοντας τα 774 εκατ. ευρώ.

 
Η εισαγωγική τοποθέτηση της εκθέσεως  του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, είναι πολιτικά προσανατολισμένη, μονομερώς εστιασμένη στην υπερασπιστική γραμμή της κυβέρνησης με αποσιώπηση κρίσιμων δεδομένων.

Η πολιτική μόχλευση δεν συνάδει σε καιρό κρίσεων, είναι αντιπαραγωγική.

Στερείται επαρκούς τεκμηρίωσης σε σχέση με ποσοτικά δεδομένα για την κατανομή των επεκτατικών πολιτικών που τα χαρακτηρίζει μάλιστα και ως «πρωτοφανή», ενώ δεν παραθέτει και δεν αξιολογεί   σειρά εναλλακτικών πολιτικών επιλογών όπως:

– της  προτάσεις της Κομισιόν  για αξιοποίηση συγκεκριμένων εργαλείων, όπως η επιδότηση του κόστους καυσίμου και το πλαφόν στην τιμή του ,

-των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά  ηλεκτρικής ενέργειας που επιβαρύνουν την βιομηχανία,

– του ευέλικτου δημοσιονομικού χώρου,

απουσιάζει  αξιολόγηση για αρνητικές πολιτικές της κυβέρνησης  που επιδρούν στην ενέργεια  και καθιστούν τις τιμές ενέργειας απαγορευτικές για την παραγωγική οικονομία και τα νοικοκυριά.

 
Το εισαγωγικό κείμενο της εκθέσεως:

Ο ρυθμός μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας το 2021 διαμορφώθηκε σε 8,3% από -9,0% το 2020 και το πραγματικό ΑΕΠ είναι οριακά μικρότερο από το επίπεδο του 2019 (181 δις ευρώ έναντι 183,6 δις ευρώ σε σταθερές τιμές 2015). Το ποσοστό ανεργίας του Δεκεμβρίου 2021 (12,8%) είναι αισθητά μειωμένο σε σχέση με το προηγούμενο έτος (15,5%) ενώ το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (10,6 δις ευρώ) παραμένει σε ονομαστικούς όρους κοντά στο επίπεδο του 2020 αλλά σημαντικά υψηλότερο από το 2019 (2,7 δις ευρώ). Ο πληθωρισμός με βάση των εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή συνεχίζει να αυξάνεται (6,3% τον Φεβρουάριο 2022) εξαιτίας των μεγάλων αυξήσεων στις τιμές της στέγασης (26,3%), των μεταφορών (8,8%) και των ειδών διατροφής και μη αλκοολούχων ποτών (7,2%). Τα ετήσια δημοσιονομικά στοιχεία του 2022 δείχνουν μια σημαντική βελτίωση σε σχέση με το 2021 της τάξης των 2,2 δις ευρώ. Με την επιφύλαξη πιθανών προσαρμογών από την πλευρά της ΕΛΣΤΑΤ, αναμένουμε αισθητά μικρότερο πρωτογενές έλλειμμα από την εκτίμηση του προϋπολογισμού (12,8 δις ευρώ ή 7,3% του ΑΕΠ σε όρους ενισχυμένης εποπτείας) εξαιτίας και της επιπρόσθετης βελτίωσης από το υψηλότερο ΑΕΠ σε σχέση με την πρόβλεψη του προϋπολογισμού (177,6 δις). Οι αποδόσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων παρουσίασαν αυξητική τάση από τον Νοέμβριο του 2021, όπως στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, που όμως δείχνει να περιορίζεται από τον Φεβρουάριο 2022. Ωστόσο οι διαφορές αποδόσεων (spread) από άλλους ευρωπαϊκούς τίτλους διευρύνονται. Από τα μέσα του προηγούμενου έτους η διεθνής οικονομία έχει εισέλθει σε φάση έντονων πληθωριστικών πιέσεων και ιδιαίτερα αυξημένης αβεβαιότητας. Σε αυτές τις συνθήκες ήρθε να προστεθεί η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία η οποία έχει δραματικές συνέπειες, όπως ανθρώπινες απώλειες και καταστροφές στις υποδομές και το παραγωγικό δυναμικό της Ουκρανίας. Αναπόφευκτα ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει οδηγήσει σε ανατροπές σε καθιερωμένες γεωπολιτικές ισορροπίες καθώς και σε σοβαρές οικονομικές αναταράξεις παγκόσμια. Ειδικότερα, η αύξηση στις τιμές της ενέργειας, των τροφίμων και άλλων εμπορευμάτων θα ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις και θα επιβραδύνει τους ρυθμούς μεγέθυνσης. Τα προβλήματα θα είναι εντονότερα στην Ευρώπη όπου το μαζικό προσφυγικό κύμα, η αναθεώρηση των αμυντικών στρατηγικών και η προσπάθεια περιορισμού της εξάρτησης από το φυσικό αέριο της Ρωσίας θα προκαλέσουν πρόσθετη επιβάρυνση στους κρατικούς προϋπολογισμούς. Αυτές οι έκτακτες συνθήκες δημιουργούν σημαντικές προκλήσεις για τη χώρα μας. Οι προβλέψεις του Γραφείου Προϋπολογισμού για την οικονομική μεγέθυνση του 2022 ήταν στο 3,58% πριν την έναρξη της Ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία και περιορίζονται στο 2,75% στο ήπιο σενάριο και 2,21% στο δυσμενές σενάριο ανάλογα με την έκταση των διαταραχών στις διεθνείς τιμές ενέργειας και τροφίμων καθώς και την επιδείνωση του κλίματος εμπιστοσύνης και την αναταραχή των χρηματοπιστωτικών αγορών. Ωστόσο, η τελική επίπτωση θα εξαρτηθεί από την διάρκεια του πολέμου, την έκβασή του και την αντίδραση της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο Οι επιπτώσεις του πολέμου αναμένεται να οδηγήσουν σε έντονες δημοσιονομικές πιέσεις τόσο από την πλευρά των εσόδων (λόγω οικονομικής επιβράδυνσης) όσο και από την πλευρά των δαπανών (πίεση για κάλυψη ενεργειακού κόστους). Ωστόσο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, ακόμα και αν αποφασιστεί σε ευ

ρωπαϊκό επίπεδο μια παράταση της γενικής ρήτρας διαφυγής του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και για το 2023 ή μια ενδεχόμενη εξαίρεση των αμυντικών δαπανών από τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες, οι δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας μας είναι περιορισμένες. Οι πρωτοφανείς επεκτατικές πολιτικές που ασκήθηκαν για την αντιμετώπιση της πανδημίας έχουν προκαλέσει μια σωρευτική δημοσιονομική επιδείνωση της τάξης των 30 δις ευρώ. Ο συνδυασμός μειωμένων φορολογικών εσόδων και αυξημένων δαπανών, παρότι αναγκαίος στις έκτακτες συνθήκες, δεν είναι βιώσιμος μεσοπρόθεσμα. Το ύψος του πρωτογενούς ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης και του δημόσιου χρέους σε συνδυασμό με την απουσία επενδυτικής βαθμίδας καθιστούν τα ελληνικά κρατικά ομόλογα ιδιαίτερα ευάλωτα σε ενδεχόμενες διαταραχές στις χρηματοπιστωτικές αγορές, παρά τη στήριξη από την ΕΚΤ. Με βάση τα παραπάνω θεωρούμε ότι η επαναφορά της δημοσιονομικής ισορροπίας αποτελεί μείζονα προτεραιότητα. Συνεπώς, όσον αφορά τη δημοσιονομική πολιτική, οι όποιες επεκτατικές παρεμβάσεις πρέπει να είναι προσωρινές και να περιοριστούν αποκλειστικά στην απορρόφηση του αυξημένου ενεργειακού κόστους με στόχευση στις ευάλωτες ομάδες. Αντίθετα, θα πρέπει να αποφευχθούν οριζόντιες παρεμβάσεις καθώς και μόνιμα μέτρα δημοσιονομικής χαλάρωσης που δεν σχετίζονται με το ενεργειακό κόστος. Κατανοούμε ότι η έντονη πολιτική πόλωση που επικρατεί δεν ενθαρρύνει τη δημοσιονομική υπευθυνότητα. Όμως η παράδοση της δημοσιονομικής πλειοδοσίας δεν καθιστά λιγότερο επιτακτική την ανάγκη προετοιμασίας απέναντι σε προκλήσεις με άγνωστη διάρκεια και έκβαση. Η δημοσιονομική ασφάλεια της χώρας απαιτεί μια ελάχιστη πολιτική συναίνεση πάνω στους κύριους άξονες στρατηγικής που θα ενισχύσει το κλίμα οικονομικής εμπιστοσύνης, θα βελτιώσει το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών, και κατ’ επέκταση θα καταστήσει περισσότερο διαχειρίσιμες τις όποιες αρνητικές επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία. Διαφορετικά, αν η χώρα μας οδηγηθεί σε νέα αύξηση του δημόσιου χρέους, κινδυνεύει να αντιμετωπίσει δυσάρεστες δημοσιονομικές καταστάσεις.

 
Το συνολικό ΑΕΠ

Το συνολικό ΑΕΠ διαμορφώθηκε στα 182.830 εκατ. ευρώ σε ονομαστικούς όρους ή στα 181.005 εκατ. ευρώ σε πραγματικούς όρους (σταθερές τιμές 2015). Παραμένει, συνεπώς, χαμηλότερο κατά 1,4% από το επίπεδο του 2019 (183.640 εκατ. ευρώ σε τιμές 2015). Προβλέψεις για το 2022 Για το 2022 προβλέπουμε ρυθμό μεγέθυνσης μεταξύ 2,21% (δυσμενές σενάριο) και 2,75% (ήπιο σενάριο). Οι προβλέψεις έχουν παραχθεί με τη χρήση του οικονομετρικού υποδείγματος NIGEM εισάγοντας μια σειρά διαταραχών στο σενάριο αναφοράς που είχαμε πριν από την έναρξη της Ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία (πρόβλεψη μεγέθυνσης 3,58%). Όσον αφορά τον πληθωρισμό, το σενάριο αναφοράς προέβλεπε 6,99% και αυξάνεται 7,43% στο ήπιο σενάριο και 11,01% στο δυσμενές σενάριο. Οι επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθούν με ακρίβεια, ωστόσο μπορεί να εκληφθούν ως μια αρνητική διαταραχή από την πλευρά της προσφοράς η οποία αναμένεται να οδηγήσει σε αύξηση του πληθωρισμού και σε υποχώρηση της οικονομικής δραστηριότητας. Η τελική όμως επίπτωση θα εξαρτηθεί από την διάρκεια της σύγκρουσης, την τελική έκβασή της και από την αντίδραση της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Σε κάθε περίπτωση, όπως διαφαίνεται, οι αρνητικές επιπτώσεις του πολέμου θα μεταδοθούν στην οικονομία μέσω αρκετών καναλιών, για παράδειγμα μέσω της αύξησης του κόστους ενέργειας, του περιορισμού των εμπορικών ροών, της επιδείνωσης της εμπιστοσύνης καθώς και μέσω αναταραχών στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές. Προκειμένου να εξεταστούν οι πιθανές οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου εισήχθησαν στο υπόδειγμα οι ακόλουθες διαταραχές 1) μια αύξηση του ασφάλιστρου κινδύνου για τα ιδιωτικά επιτόκια, η οποία αντιπροσωπεύει την αύξηση της αβεβαιότητας και την χειροτέρευση του κλίματος εμπιστοσύνης, 2) μια αύξηση των προσφυγικών ροών, 3) μια αύξηση της δημόσιας κατανάλωσης στις ευρωπαϊκές χώρες ώστε να ανταποκριθούν στις προσφυγικές ροές από την Ουκρανία, να λάβουν μέτρα ενίσχυσης της άμυνάς τους και να στηρίξουν τις οικονομίες τους, 4) μια υποχώρηση των εμπορικών ροών μεταξύ των χωρών της Δυτικής και Ανατολικής Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας και της Ουκρανίας, 5) μια υποτίμηση στο ρούβλι, 6) μια άνοδος στις διεθνείς τιμές των τροφίμων, 7) μια άνοδος στις διεθνείς τιμές του φυσικού αερίου, 8) μια άνοδος της τιμής του αργού πετρελαίου, 9) μια αύξηση του επιτοκίου των ελληνικών κρατικών ομολόγων (ως απόρροια της αυξημένης αποστροφής κινδύνου από τους διεθνείς επενδυτές για επενδύσεις σε χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος ως προς ΑΕΠ). Στο σύνολο των εννιά διαταραχών που υποθέτουμε, οι πέντε είναι κοινές και στα δύο σενάρια ενώ οι υπόλοιπες τέσσερις, που θεωρούμε κρισιμότερες, διαφοροποιούνται μεταξύ του ήπιου και του δυσμενούς σεναρίου και καταλήγουν σε διαφορετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης και πληθωρισμού. Οι οχτώ πρώτες διαταραχές επηρεάζουν συνολικά την παγκόσμια ή την ευρωπαϊκή οικονομία, ενώ η τελευταία αφορά μόνο την Ελλάδα. Οι ανωτέρω προβλέψεις βασίζονται στην υπόθεση ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα κρατήσει αμετάβλητα τα επιτόκια, ενώ παράλληλα υποθέτουμε ότι δεν θα υλοποιηθεί κάποια σημαντική εγχώρια δημοσιονομική επέκταση (πέρα και πάνω από την κοινή ευρωπαϊκή αντίδραση που έχει ήδη συμπεριληφθεί). Προφανώς, μια πιο περιοριστική νομισματική πολιτική θα οδηγούσε σε χαμηλότερο πληθωρισμό και χαμηλότερη ανάπτυξη, ενώ μια πιο επεκτατική δημοσιονομική πολιτική θα ενίσχυε το ρυθμό ανάπτυξης αλλά θα επιβάρυνε περισσότερο το δημόσιο χρέος. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι δεν έχουν εξετασθεί ακραία σενάρια όπως διακοπές λειτουργίας παραγωγικών μονάδων, ή ελλείψεις στις αγορές εμπορευμάτων καθώς οι οικονομικές τους επιπτώσεις δεν μπορούν να υπολογιστούν. Με βάση τα παραπάνω αλλά και τον εξαιρετικά υψηλό βαθμό αβεβαιότητας αναφορικά με τη διάρκεια και την έκβαση του πολέμου, οι προβλέψεις είναι ενδεικτικές.

 
Ρευστότητα

Ο συνολικός δανεισμός του ιδιωτικού τομέα (επιχειρήσεις και νοικοκυριά) από τα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα συνεχίζει την καθοδική του πορεία. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, τον Ιανουάριο του 2022 το υπόλοιπο των δανείων ήταν 108,0 δις ευρώ, μειωμένο κατά 33,0 δις ευρώ (-23,3%) σε ετήσια βάση και κατά 10,6 δις ευρώ (-9,0%) σε σύγκριση με τον Οκτώβριο του 2021. Σημειώνουμε ότι μέρος της μείωσης των δανείων οφείλεται στις τιτλοποιήσεις των μη εξυπηρετούμενων δανείων που αφαιρούνται από τους ισολογισμούς των τραπεζών. Οι ακαθάριστες ροές νέων δανείων (δηλαδή, το σύνολο δανείων τακτής λήξης χωρίς την αφαίρεση των αποπληρωμών εκ μέρους των δανειοληπτών) μειώθηκαν το 2021 (14.409 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2020 που διαμορφώθηκαν στα 18.289 εκατ. ευρώ). Τα νέα δάνεια προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις μειώθηκαν (από 16.196 εκατ. ευρώ σε 11.851 εκατ. ευρώ), ενώ τα λοιπά νέα δάνεια (στεγαστικά, καταναλωτικά, ελεύθεροι επαγγελματίες) αυξήθηκαν από 2.093 εκατ. ευρώ σε 2.558 εκατ. ευρώ. Αναφορικά με τις καταθέσεις επιχειρήσεων και νοικοκυριών, τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος καταγράφουν το ποσό των 177,8 δις ευρώ τον Ιανουάριο του 2022, αυξημένες κατά 15,7 δις ευρώ (9,7%) σε ετήσια βάση και αυξημένες κατά 4,1 δις ευρώ (2,4%) σε σχέση με τον Οκτώβριο του 2021. Η αύξηση στις καταθέσεις των μη χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων και των νοικοκυριών αποδίδεται στην προληπτική αποταμίευση, στην αναβολή της κατανάλωσης λόγω των περιοριστικών μέτρων, στην αναστολή φορολογικών και άλλων υποχρεώσεων καθώς και στα μέτρα στήριξης.

 
Απασχόληση

Με βάση τα μηνιαία στοιχεία, το σύνολο των απασχολούμενων τον Δεκέμβριο του 2021 ανήλθε σε 4.075.808 άτομα, αριθμός αυξημένος κατά 188.872 άτομα σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2020 (αύξηση 4,9%) και μειωμένος κατά 11.908 άτομα σε σχέση με τον Νοέμβριο του 2021 (μείωση 0,3%). Η μερική απασχόληση κατά το τρίτο τρίμηνο του 2021, διαμορφώθηκε στο 8,0% του συνόλου της απασχόλησης (έναντι 8,1% στο τρίτο τρίμηνο του 2020) ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρωζώνη είναι 20,7% (έναντι 21,2% πέρσι). Η προσωρινή απασχόληση αντιστοιχούσε στο 11,8% του συνόλου των μισθωτών (έναντι 10,5% στο τρίτο τρίμηνο του 2020) ενώ στην Ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 15,7% (έναντι 14,3% το προηγούμενο έτος).

 
Ροές μισθωτής εργασίας

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Εργασίας που τηρούνται στο σύστημα ΕΡΓΑΝΗ, τον Ιανουάριο του 2022 καταγράφηκαν 137.983 προσλήψεις και 163.787 αποχωρήσεις διαμορφώνοντας ένα αρνητικό ισοζύγιο 25.804 θέσεων μισθωτής εργασίας (από θετικό ισοζύγιο 2.338 την αντίστοιχη περίοδο του 2021). Η επιδείνωση στις ροές της αγοράς εργασίας κατά 28.142 θέσεις εργασίας οφείλεται στην αύξηση των αποχωρήσεων (69.257 περισσότερες από το προηγούμενο έτος) η οποία δεν αντισταθμίστηκε από την αύξηση των προσλήψεων (41.115 περισσότερες από το προηγούμενο έτος). Η μερική (και εκ περιτροπής) απασχόληση αντιστοιχούσε στο 38,9% των νέων προσλήψεων τον Ιανουάριο του 2022, αυξημένη σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2021 (33,1%).

 
Ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις δημοσίου

Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του δημοσίου προς τους ιδιώτες διακρίνονται στις ληξιπρόθεσμες δαπάνες για αγορά αγαθών και υπηρεσιών από τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης και στις εκκρεμείς επιστροφές φόρων.

Τον Ιανουάριο του 2022 καταγράφηκε αύξηση των συνολικών ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Δημοσίου κατά 286 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με τον Ιανουάριο του 2021. Ειδικότερα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές αυξήθηκαν κατά 89 εκατ. ευρώ φτάνοντας τα 1.467 εκατ. ευρώ και οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων αυξήθηκαν κατά 197 εκατ. ευρώ φτάνοντας τα 774 εκατ. ευρώ.

 
Ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις φορολογούμενων

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΑΔΕ, το συνολικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο στο τέλος του Ιανουαρίου του 2022, διαμορφώθηκε στα 113 δις ευρώ, αυξημένο κατά 4,1 δις ευρώ σε σχέση με τον Ιανουάριο του 2021. Η αύξηση αυτή υπολογίζεται από (α) τις νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους 7,3 δις ευρώ συν (β) τις ληξιπρόθεσμες οφειλές κατά την 1/2/2021 που βεβαιώθηκαν μεταγενέστερα ύψους 2,1 δις ευρώ, μείον (γ) τις εισπράξεις και διαγραφές 5,3 δις ευρώ. Παράλληλα κατά τον πρώτο μήνα του 2022 το σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών αυξήθηκε κατά 1,5 δις ευρώ, καθώς οι εκροές από το συνολικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο, δηλαδή οι εισπράξεις και οι διαγραφές (396,3 εκατ. ευρώ) ήταν λιγότερες από τις εισροές, οι οποίες περιλαμβάνουν τα νέα ληξιπρόθεσμα ύψους 1,7 δις ευρώ και τις ληξιπρόθεσμες οφειλές στο τέλος του 2021 που βεβαιώθηκαν μεταγενέστερα (218,6 εκατ. ευρώ)4 . Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ποσοστό 22,2% του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου, που αντιστοιχεί σε 25 δις ευρώ, αφορά σε οφειλές που χαρακτηρίζονται ως ανεπίδεκτες είσπραξης . Κατά συνέπεια το «πραγματικό» ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο, δηλαδή το συνολικό υπόλοιπο μετά την αφαίρεση του ανεπίδεκτου είσπραξης υπολοίπου ανέρχεται στα 87,9 δις ευρώ την 1/2/2022, σημειώνοντας αύξηση κατά 3,1 δις ευρώ σε ετήσια βάση.

Εξετάζοντας την ποιοτική διάρθρωση του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου διαπιστώνουμε ότι μόνο το 51,1% αυτού, που αντιστοιχεί σε 45 δις ευρώ, πηγάζει από φορολογικές οφειλές (άμεσοι και έμμεσοι φόροι, φόροι στην περιουσία, ΦΠΑ, ειδικοί φόροι κατανάλωσης κτλ.). Το υπόλοιπο των πραγματικών ληξιπρόθεσμων οφειλών προέρχεται από άλλες κατηγορίες οφειλής, οι οποίες παρουσιάζουν χαμηλό ποσοστό είσπραξης. Σύμφωνα με στοιχεία της ΑΑΔΕ, σε αυτές περιλαμβάνονται τα πρόστιμα (φορολογικά και μη φορολογικά) τα οποία αποτελούν το 28,2% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου, καθώς αγγίζουν τα 24,8 δις ευρώ. Επίσης, εκτός από τα πρόστιμα, χαμηλή εισπραξιμότητα διαπιστώνεται και στις μη φορολογικές οφειλές, οι οποίες αποτελούν το 20,7% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου, ποσοστό που αντιστοιχεί σε 18,2 δις ευρώ. Βασική συνιστώσα των μη φορολογικών οφειλών είναι η κατηγορία των «δανείων» που αφορούν σε καταπτώσεις εγγυήσεων του ελληνικού δημοσίου. Το κυριότερο μέρος αυτής της κατηγορίας οφειλής (85% των δανείων) αποτελεί το ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ), ύψους 10,7 δις ευρώ, για το οποίο έχει διαμορφωθεί το νομοθετικό πλαίσιο σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα διαγραφής το . Εκτός από τα δάνεια στις μη φορολογικές οφειλές περιλαμβάνονται και κατηγορίες όπως «δικαστικά έξοδα», «καταλογισμοί», «μισθώματα» κτλ.

Αναλύοντας περαιτέρω τις φορολογικές οφειλές που περιλαμβάνονται στο πραγματικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο (45 δις ευρώ), διαπιστώνεται ότι και σε αυτές συμμετέχουν οφειλές με χαμηλό ποσοστό είσπραξης. Ειδικότερα, 8,9 δις ευρώ πηγάζουν από οφειλές αφερέγγυων οφειλετών (κυρίως πτωχών και υπό εκκαθάριση οφειλετών), ενώ 9,2 δις ευρώ αφορούν σε οφειλές με λήξη δόσεων πέραν της τελευταίας δεκαετίας. Συνεπώς, απομένουν 26,9 δις ευρώ οφειλών από τις οποίες, σύμφωνα με στοιχεία της ΑΑΔΕ, πηγάζει άνω του 90% των εισπράξεων. Με άλλα λόγια το σύνολο σχεδόν των εισπράξεων προέρχεται από μόλις το 30,6% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου, που ισοδυναμεί με το 23,8% του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου. Αναφορικά με τον συνολικό αριθμό των οφειλετών, στο τέλος του Ιανουαρίου του 2022 παρατηρείται μείωση κατά 61.687 πρόσωπα (φυσικά και νομικά) σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2021 με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται στους 4.049.913 οφειλέτες. Η ανωτέρω μείωση πηγάζει πρωτίστως από την κατηγορία οφειλής μέχρι 50 ευρώ, με τον αριθμό των οφειλετών να εμφανίζεται μειωμένος κατά 126.594 πρόσωπα σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. Στη μείωση αυτή συνέβαλε κυρίως η περιοδική διαγραφή βεβαιωμένων ανείσπρακτων οφειλών νομικών προσώπων ή τρίτων με εισπρακτέο υπόλοιπο ανά βασική οφειλή μικρότερο του 1 ευρώ . Η συγκεκριμένη διαγραφή οδήγησε σε μείωση του πλήθους των οφειλετών στην κατηγορία οφειλής μικρότερης του 1 ευρώ κατά 126.593 πρόσωπα σε ετήσια βάση, με τον συνολικό αριθμό των οφειλετών να διαμορφώνεται σε 125.956.

Μείωση του αριθμού των οφειλετών παρατηρείται επίσης στην κατηγορία οφειλής μεταξύ 500 και 10.000 ευρώ (κατά 4.874 πρόσωπα), η οποία ωστόσο πηγάζει από τους οφειλέτες που οφείλουν μεταξύ 500 και 5.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, στο εν λόγω εύρος οφειλής παρατηρείται μείωση των οφειλετών κατά 8.695 πρόσωπα, η οποία συνοδεύεται από μείωση ληξιπρόθεσμων οφειλών κατά 15,5 εκατ. ευρώ. Αντίθετα, στις λοιπές κατηγορίες οφειλής διαπιστώνεται αύξηση τόσο στο πλήθος των οφειλετών, όσο και στο ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο. Ειδικότερα στην κατηγορία οφειλής μεταξύ 50 και 500 ευρώ, στην οποία συσσωρεύεται το 37% των οφειλετών, εντοπίζεται η μεγαλύτερη αύξηση στο πλήθος τους σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους (κατά 59.061 οφειλέτες), η οποία ωστόσο συνοδεύεται από περιορισμένη αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών (κατά 12,9 εκατ. ευρώ), καθώς στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνεται μόλις το 0,3% του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου. Από την άλλη πλευρά, το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου σε ετήσια βάση πηγάζει από τους οφειλέτες με ύψος οφειλής άνω του 1 εκατ. ευρώ (αύξηση του ληξιπρόθεσμου υπολοίπου σε αυτήν την κατηγορία κατά 3,3 δις ευρώ), ο αριθμός των οποίων σημείωσε αύξηση κατά 336 πρόσωπα. Σημειώνεται ότι στη συγκεκριμένη κατηγορία οφειλής συγκεντρώνεται το 80% του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου και μόλις το 0,2% των οφειλετών. Στην αύξηση του ληξιπρόθεσμου υπολοίπου στο εύρος οφειλής άνω του 1 εκατ. ευρώ σημαντική είναι η συνεισφορά των νομικών προσώπων καθώς οι οφειλές που προέρχονται από αυτά αυξήθηκαν κατά 2,7 δις ευρώ σε ετήσια βάση. Σημειώνεται ότι από τα νομικά πρόσωπα προέρχεται το 73% των οφειλών στο συγκεκριμένο εύρος οφειλής με το ληξιπρόθεσμο υπόλοιπό τους να αγγίζει στο τέλος του Ιανουαρίου του 2022 τα 66 δις ευρώ Αντίστοιχα το πλήθος των νομικών προσώπων που οφείλουν πάνω από 1 εκατ. ευρώ διαμορφώθηκε στα 5.378, καθώς αυξήθηκε σε ετήσια βάση κατά 193 νομικά πρόσωπα.

 
Ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις ασφαλισμένων

Σύμφωνα με την 4 η Τριμηνιαία Έκθεση Προόδου Έτους 2021 του ΚΕΑΟ, το σύνολο των ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών οφειλών στο τέλος του 2021 διαμορφώθηκε στα 41 δις ευρώ, δηλαδή παρουσίασε αύξηση κατά 2,2 δις ευρώ σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο. Η αύξηση αυτή προέρχεται τόσο από την αύξηση των κύριων οφειλών (κατά 1,7 δις ευρώ), όσο και των πρόσθετων τελών (κατά 486,8 εκατ. ευρώ). Σε ετήσια βάση, αύξηση παρουσίασε ο αριθμός των μητρώων των οφειλετών κατά 350.618, με αποτέλεσμα ο συνολικός αριθμός των μητρώων με οφειλές σε ασφαλιστικά ταμεία να διαμορφώνεται στο τέλος του τέταρτου τριμήνου του 2021 σε 2.364.518 μητρώα. Αύξηση του αριθμού των μητρώων παρουσιάζεται σε όλες τις κατηγορίες οφειλής, με την μεγαλύτερη να σημειώνεται στις οφειλές μεταξύ 50 και 500 ευρώ (κατά 131.103 μητρώα). Επιπλέον, αύξηση παρατηρείται στις συνολικές οφειλές κατά περίπου 3,5 δις ευρώ σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους, η οποία οφείλεται τόσο σε αύξηση των κύριων οφειλών (κατά 1,9 δις ευρώ), όσο και των πρόσθετων τελών (αύξηση κατά 1,6 δις ευρώ). Αναλυτικότερα, αύξηση σημειώνεται σε όλες τις κατηγορίες οφειλής με τη μεγαλύτερη (κατά 1 δις ευρώ) να εντοπίζεται στο εύρος οφειλής μεταξύ 10.000 και 100.000 ευρώ, στην οποία συσσωρεύεται το 44,7% των οφειλών.

Σχετικά Άρθρα