Brexit: Μία «συμφωνία» με συνέπειες

Με την εμπορευματική κίνηση να διαμορφώνεται σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα από τα συνήθη, πολλές επιχειρήσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο καταβάλλουν σημαντικές προσπάθειες για να προσαρμοστούν στο ρυθμιστικό πλαίσιο που έχει προκύψει από τη νέα συμφωνία εμπορίου και συνεργασίας, η οποία τέθηκε σε εφαρμογή την 1η  Ιανουαρίου. Η γραφειοκρατία και οι καθυστερήσεις στις μεταφορές αποτελούν τα βασικά χαρακτηριστικά του νέου εμπορικού περιβάλλοντος, τα οποία επηρεάζουν αυξητικά το κόστος διακίνησης, ενώ πλήττουν σημαντικά τμήματα της οικονομίας του Ηνωμένου Βασιλείου. Σύμφωνα με τον επικεφαλής της Τράπεζας της Αγγλίας (ΒοΕ), η νέα συμφωνία εμπορίου και συνεργασίας με την ΕΕ, ενδεχομένως, να επιβαρύνει την οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου με πάνω από 80 δισ. λίρες.

 
Αλιεία και κτηνοτροφία δοκιμάζουν τις αντοχές τους

Οι κτηνοτροφικές και οι αλιευτικές μονάδες βρέθηκαν πολύ γρήγορα αντιμέτωπες με τις νέες εμπορικές ρυθμίσεις, οι οποίες απαιτούν χρονοβόρες διαδικασίες για την έκδοση συγκεκριμένων εγγράφων (τελωνειακές διασαφήσεις, αποδεικτικά αλίευσης, υγειονομικά πιστοποιητικά) για την είσοδο των προϊόντων στην ΕΕ, με αποτέλεσμα να τίθεται σε κίνδυνο η ποιότητά τους, καθώς ενέχεται ο κίνδυνος αδυναμίας για αποθήκευση.

Η αλιευτική βιομηχανία μετρά, από τις πρώτες ημέρες του νέου έτους, το κόστος των νέων γραφειοκρατικών απαιτήσεων για την εξαγωγή αλιευμάτων στην ΕΕ, ωθώντας πολλές επιχειρήσεις του κλάδου να προειδοποιούν για την ανάγκη άμεσης κυβερνητικής υποστήριξης. Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, διαπιστώνοντας τα προβλήματα που προέκυψαν, ανακοίνωσε ένα πακέτο αποζημιώσεων ύψους 23 εκατ. λιρών για τους αλιείς, ωστόσο, εκτιμά ότι η ροή των εξαγωγών προς την ΕΕ θα αρχίσει σταδιακά να βελτιώνεται.  Παρά την αισιόδοξη εκτίμηση, δεν θα εκλείψουν στο μέλλον ζητήματα, τα οποία θα αποτελούν σημεία τριβής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι εξαγωγές ζωντανών μυδιών, στρειδιών και ορισμένων άλλων οστρακοειδών, οι οποίες θα υπόκεινται σε συνεχιζόμενους περιορισμούς. Σύμφωνα με τους Σκωτσέζους εκπροσώπους αλιείας, ο συγκεκριμένος τομέας σημειώνει απώλειες ύψους 1 εκατ. λιρών ημερησίως, εξαιτίας των καθυστερήσεων στην επεξεργασία των νέων εξαγωγικών εγγράφων, γεγονός που ανάγκασε τους αλιείς να εκφορτώνουν τα αλιεύματά τους στη Δανία, προκειμένου να αποφύγουν το γραφειοκρατικό σύστημα της Ευρώπης.

Οι δυσκολίες του κλάδου της αλιείας, οι οποίες καταγράφηκαν τις πρώτες μέρες μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ενιαία αγορά της ΕΕ, αποτελούν αρνητική εξέλιξη, η οποία επιβαρύνει το πολιτικό κλίμα για την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου που ισχυριζόταν ότι οι αλιείς της χώρας θα μπορούσαν να έχουν επιπλέον αλιευτικές δυνατότητες λόγω του Brexit, αξίας άνω των 750 εκατ. λιρών.

Επισημαίνεται ότι η αξία της αλιευτικής βιομηχανίας του Ηνωμένου Βασιλείου διαμορφώθηκε σε 747 εκατ. λίρες το 2019 (UK Sea Fisheries Statistics 2019) και ήταν μειωμένη κατά 7% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, αλλά αυξημένη κατά 44% από το 2009 (520 εκατ. λίρες).  Η ΕΕ απορροφά το μεγαλύτερο τμήμα των εξαγωγών αλιευμάτων του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ η Γαλλία αποτελεί τη σημαντικότερη εισαγωγική χώρα.

Ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρεί ότι οι καθυστερήσεις που σημειώνονται εξαιτίας της γραφειοκρατίας και των αδυναμιών των συστημάτων πληροφορικής είναι προσωρινού χαρακτήρα, ενώ έχει υποσχεθεί ότι η κυβέρνηση θα παράσχει αποζημιώσεις στις αλιευτικές επιχειρήσεις που κινδυνεύουν οικονομικά. Παράλληλα, έχει γνωστοποιήσει την πρόθεση της κυβέρνησής του να διαθέσει 100 εκατ. λίρες για τον εκσυγχρονισμό της αλιευτικής βιομηχανίας (ανανέωση στόλου, νέες υποδομές, εκσυγχρονισμός μονάδων μεταποίησης προϊόντων αλιείας).

Στον τομέα της κτηνοτροφίας, οι καθυστερήσεις που προκαλεί η έκδοση των υγειονομικών πιστοποιητικών που απαιτούν οι αρχές της ΕΕ επιφέρουν καθυστερήσεις στις παραδόσεις των προϊόντων, με αποτέλεσμα ένα σημαντικό τμήμα αυτών να αλλοιώνεται, ενώ πολλοί εισαγωγείς στην ΕΕ ερευνούν εναλλακτικές, αναζητώντας προμηθευτές εντός ΕΕ. Οι καθυστερήσεις έχουν περιορίσει τον όγκο των διακινούμενων προϊόντων, καθώς, σύμφωνα με τη British Meat Processor Association, οι εξαγωγές κρέατος προς την ΕΕ διαμορφώνονται μόλις στο 25% των κανονικών επιπέδων για αυτή την περίοδο του έτους. Παράλληλα, οι κτηνοτρόφοι του Ηνωμένου Βασιλείου ομιλούν για άνιση μεταχείριση, καθώς η απόφαση της κυβέρνησης να μην επιβάλει πλήρη συνοριακό έλεγχο στις εισαγωγές από την ΕΕ οδηγεί σε φτηνές εισαγωγές, γεγονός που εντείνει τον ανταγωνισμό εντός της χώρας.

 
Υψηλότερο το κόστος για τα καταναλωτικά αγαθά από την ΕΕ

Οι καταναλωτές στο Ηνωμένο Βασίλειο που προέβησαν σε αγορές αγαθών από την ΕΕ, μετά την 1η Ιανουαρίου, βρέθηκαν αντιμέτωποι με επιπλέον κόστη, τα οποία αγνοούσαν μέχρι πρότινος, λόγω της συνύπαρξης εντός της ενιαίας αγοράς. Αρκετές μεγάλες εταιρείες διανομής αγαθών αναγκάστηκαν να αναστείλουν τις υπηρεσίες διασυνοριακής παράδοσης, εξαιτίας της νέας τελωνειακής γραφειοκρατίας, ενώ όταν επαναλειτούργησαν, πολλοί καταναλωτές διαπίστωσαν την επιβολή νέων χρεώσεων, συμπεριλαμβανομένου του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) για αγαθά αξίας άνω των 135 λιρών, χρεώσεις διαχείρισης, καθώς και την κατάργηση του ορίου απαλλαγής από ΦΠΑ για εισαγόμενα αγαθά χαμηλής αξίας (μέχρι 15 λίρες).

 
«Το πρωτόκολλο της Βόρειας Ιρλανδίας» θα αναθεωρηθεί στο μέλλον

Η ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο καθόρισαν τους νέους κανόνες που αφορούν τη Βόρεια Ιρλανδία, με μία συμφωνία που φέρει την ονομασία «Το πρωτόκολλο της Βόρειας Ιρλανδίας». Τονίζεται ότι η Βόρεια Ιρλανδία έως και σήμερα ακολουθεί πολλούς από τους κανόνες της ΕΕ, ωστόσο, υπάρχει ένα νέο «ρυθμιστικό σύνορο» μεταξύ της Βόρειας Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου (Αγγλία, Σκωτία, Ουαλία), επειδή, σε αντίθεση με τη Βόρεια Ιρλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν ακολουθεί πλέον τη νομοθεσία της ΕΕ. Αυτό σημαίνει την ύπαρξη ελέγχων για τα εμπορεύματα που διακινούνται μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Βόρειας Ιρλανδίας, με επιθεωρήσεις που πραγματοποιούνται σε λιμάνια της Βόρειας Ιρλανδίας. Η ΕΕ έχει πολύ αυστηρούς κανόνες σχετικά με το τι μπορεί να εισέλθει στην αγορά της, όσον αφορά σε ορισμένα τρόφιμα, με αποτέλεσμα τα τρόφιμα που εισάγονται στη Βόρεια Ιρλανδία από την Αγγλία, τη Σκωτία και την Ουαλία να πρέπει να ελεγχθούν για να διασφαλιστεί ότι πληρούν τα πρότυπα της ΕΕ.

Στις επιχειρήσεις εμπορίου τροφίμων δόθηκε μια αρχική τρίμηνη «περίοδος χάριτος», κατά τη διάρκεια της οποίας δεν επιβάλλονται περιορισμοί στα τρόφιμα που εισάγονται στη Βόρεια Ιρλανδία, προκειμένου να προσαρμοστούν οι επιχειρήσεις στις αλλαγές και να διασφαλίσουν τη διατήρηση των προμηθειών. Παρ” όλα αυτά, στις αρχές του έτους, υπήρξε κάποια αναστάτωση, με αποτέλεσμα συγκεκριμένα φρέσκα προϊόντα να απουσιάζουν από τα ράφια των καταστημάτων. Ωστόσο, αυτό που θα επικρατήσει μετά την περίοδο χάριτος δεν έχει προσδιοριστεί επακριβώς, με αποτέλεσμα να αποτελέσει αντικείμενο μελλοντικών διαπραγματεύσεων.

Αξίζει να επισημανθεί ότι «Το πρωτόκολλο της Βόρειας Ιρλανδίας» βρέθηκε πρόσφατα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, όταν η ΕΕ άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα εφοδιασμού με το εμβόλιο της AstraZeneca στη μάχη κατά της νόσου του κορωνοϊού. Συγκεκριμένα, η ΕΕ, στις 29 Ιανουαρίου, ανακοίνωσε την εφαρμογή του άρθρου 16 του «πρωτοκόλλου» που επιτρέπει στα συμβαλλόμενα μέρη να αναστείλουν οποιοδήποτε τμήμα της συμφωνίας προκαλεί «οικονομικές, κοινωνικές ή περιβαλλοντικές δυσκολίες», προκειμένου να προβεί σε ελέγχους στις εξαγωγές εμβολίων που παράγονται στην ΕΕ.

Η κίνηση αυτή της ΕΕ θα μπορούσε, θεωρητικά, να οδηγήσει στη διακοπή της αποστολής εμβολίων που παράγονται από την ΕΕ στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ωστόσο, οι έντονες αντιδράσεις από την πλευρά του Ιρλανδού πρωθυπουργού, καθώς και της αποκεντρωμένης κυβέρνησης της Βόρειας Ιρλανδίας οδήγησαν την ΕΕ να ανακαλέσει την απόφασή της.

 
Ο κλάδος των υπηρεσιών και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δέχονται έντονες πιέσεις

Οι ταξιδιωτικοί περιορισμοί που προκλήθηκαν από την εξάπλωση της πανδημίας Covid-19 μπορεί να μείωσαν τον αντίκτυπο της συμφωνίας εμπορίου και συνεργασίας μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της ΕΕ στις επαγγελματικές υπηρεσίες, ωστόσο, πολλές επιχειρήσεις έχουν αρχίσει να διαπιστώνουν ότι για να λειτουργήσουν εντός της ΕΕ θα πρέπει να έχουν εξασφαλίσει για το προσωπικό τους βίζα και άδεια εργασίας, γεγονός που αυξάνει το κόστος των υπηρεσιών τους και προκαλεί συνάμα χρονικές καθυστερήσεις.

Σημαντικά, επίσης, είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου στην προσαρμογή τους στη νέα συμφωνία εμπορίου και συνεργασίας με την ΕΕ. Ένα μεγάλο τμήμα των εν λόγω επιχειρήσεων αναγκάστηκε να διακόψει τις εξαγωγές προς την ΕΕ, προσωρινά, καθώς η ξαφνική επιβολή νέων αυξημένων χρεώσεων επιβάρυνε τον ανταγωνιστικό τους χαρακτήρα.

 
Πηγή: Εβδομαδιαίο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Διευθύνσεως Οικονομικών Μελετών της Alpha Bank

Σχετικά Άρθρα